Anonymous

φωλάς: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b>πρβλ\.<\/b> (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)" to "πρβλ. $2$4)"
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)btext=(.*?<br \/>)([\w\s'-]+)\.<br" to "btext=$1$2.<br")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b>πρβλ\.<\/b> (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)" to "πρβλ. )")
Line 23: Line 23:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=-[[άδος]], η, ΝΜΑ, και [[φολάς]] Ν<br /><b>ζωολ.</b> [[γένος]], σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική [[ταξινόμηση]], θαλάσσιων δίθυρων [[μαλακίων]], [[τυπικός]] [[εκπρόσωπος]] της οικογένειας [[φωλαδίδες]], με [[ευρέως]] διαδεδομένα, [[κυρίως]] παράκτια, είδη, ικανά να ανοίγουν τρύπες και να ζουν χωμένα [[μέσα]] σε μαλακούς βράχους, σε [[τύρφη]], σε [[ξύλο]], σε συμπαγή [[λάσπη]] ή σε άλλα όστρακα<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>ζωολ.</b> το λιθώδες [[τμήμα]] της μεμβράνης η οποία περιβάλλει τους πολύποδες τών κοραλλιών<br /><b>2.</b> [[σωρεία]] ή [[αποικία]] πολλών πολυπόδων<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br />(<b>με σημ. επιθ.</b>)<br /><b>1.</b> (για ζώο) αυτή που παραμένει κρυμμένη [[μέσα]] σε [[φωλιά]] («φωλάδες άρκτοι» — αρκούδες που βρίσκονται σε [[κατάσταση]] χειμέριας νάρκης [[μέσα]] σε σπήλαια, <b>Θεόκρ.</b>)<br /><b>2.</b> γεμάτη οπές ή φωλιές («φωλὰς πέτρη», <b>Νόνν.</b>)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> <b>μτφ.</b> ντροπαλό [[κορίτσι]] («συζεύξατέ μοι φωλάδα παρθενικήν», <b>Ανθ. Παλ.</b>)<br /><b>2.</b> ([[κατά]] το λεξ. [[Σούδα]]) χειμέρια [[νάρκη]], [[φωλεία]]<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> «ἀγκύρας φωλάδας» — άγκυρες χωμένες [[μέσα]] στην άμμο (<b>Ανθ. Παλ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>φωλ</i>-<i>εός</i> / <i>φωλ</i>-<i>εά</i> <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>άς</i>, -[[άδος]] (<b>πρβλ.</b> <i>θαμν</i>-<i>άς</i>). Ο τ. [[φολάς]] της Νέας Ελληνικής αποτελεί εσφ. [[μεταφορά]] του αντιδάνειου επιστημον. όρου, <b>πρβλ.</b> νεολατ. <i>ph</i><i>ō</i><i>las</i>].
|mltxt=-[[άδος]], η, ΝΜΑ, και [[φολάς]] Ν<br /><b>ζωολ.</b> [[γένος]], σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική [[ταξινόμηση]], θαλάσσιων δίθυρων [[μαλακίων]], [[τυπικός]] [[εκπρόσωπος]] της οικογένειας [[φωλαδίδες]], με [[ευρέως]] διαδεδομένα, [[κυρίως]] παράκτια, είδη, ικανά να ανοίγουν τρύπες και να ζουν χωμένα [[μέσα]] σε μαλακούς βράχους, σε [[τύρφη]], σε [[ξύλο]], σε συμπαγή [[λάσπη]] ή σε άλλα όστρακα<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> <b>ζωολ.</b> το λιθώδες [[τμήμα]] της μεμβράνης η οποία περιβάλλει τους πολύποδες τών κοραλλιών<br /><b>2.</b> [[σωρεία]] ή [[αποικία]] πολλών πολυπόδων<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br />(<b>με σημ. επιθ.</b>)<br /><b>1.</b> (για ζώο) αυτή που παραμένει κρυμμένη [[μέσα]] σε [[φωλιά]] («φωλάδες άρκτοι» — αρκούδες που βρίσκονται σε [[κατάσταση]] χειμέριας νάρκης [[μέσα]] σε σπήλαια, <b>Θεόκρ.</b>)<br /><b>2.</b> γεμάτη οπές ή φωλιές («φωλὰς πέτρη», <b>Νόνν.</b>)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> <b>μτφ.</b> ντροπαλό [[κορίτσι]] («συζεύξατέ μοι φωλάδα παρθενικήν», <b>Ανθ. Παλ.</b>)<br /><b>2.</b> ([[κατά]] το λεξ. [[Σούδα]]) χειμέρια [[νάρκη]], [[φωλεία]]<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> «ἀγκύρας φωλάδας» — άγκυρες χωμένες [[μέσα]] στην άμμο (<b>Ανθ. Παλ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>φωλ</i>-<i>εός</i> / <i>φωλ</i>-<i>εά</i> <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>άς</i>, -[[άδος]] ([[πρβλ]]. [[θαμνάς]]). Ο τ. [[φολάς]] της Νέας Ελληνικής αποτελεί εσφ. [[μεταφορά]] του αντιδάνειου επιστημον. όρου, <b>πρβλ.</b> νεολατ. <i>ph</i><i>ō</i><i>las</i>].
}}
}}
{{lsm
{{lsm