Anonymous

χελλών: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b>πρβλ\.<\/b> (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)" to "πρβλ. $2$4)"
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)( [ὁἡ]) ([\p{Cyrillic}\s]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $2 $3")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b>πρβλ\.<\/b> (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)" to "πρβλ. )")
Line 20: Line 20:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=και [[χελμών]] και [[χειλών]] και [[χελών]], -ώνος, ὁ, Α<br />[[είδος]] ψαριού με μακρύ [[ρύγχος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Κατά την επικρατέστερη [[άποψη]], ο τ. [[χελλών]] έχει σχηματιστεί από το θ. <i>χελ</i>- του [[χεῖλος]], με εκφραστικό διπλασιασμό του -<i>λ</i>- και κατάλ. -<i>ών</i>, -<i>ῶνος</i> (<b>πρβλ.</b> <i>μυ</i>-<i>ών</i>). Ο τ. απαντά και με την γρφ. [[χελών]], [[αλλά]] προτιμότερη θεωρείται η γρφ. με -<i>λλ</i>-, η οποία ενισχύεται και από το ανθρωπωνύμιο Χέλλων].
|mltxt=και [[χελμών]] και [[χειλών]] και [[χελών]], -ώνος, ὁ, Α<br />[[είδος]] ψαριού με μακρύ [[ρύγχος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Κατά την επικρατέστερη [[άποψη]], ο τ. [[χελλών]] έχει σχηματιστεί από το θ. <i>χελ</i>- του [[χεῖλος]], με εκφραστικό διπλασιασμό του -<i>λ</i>- και κατάλ. -<i>ών</i>, -<i>ῶνος</i> ([[πρβλ]]. [[μυών]]). Ο τ. απαντά και με την γρφ. [[χελών]], [[αλλά]] προτιμότερη θεωρείται η γρφ. με -<i>λλ</i>-, η οποία ενισχύεται και από το ανθρωπωνύμιο Χέλλων].
}}
}}
{{FriskDe
{{FriskDe
|ftr='''χελλών''': (-λ-), -ῶνος<br />{khellṓn}<br />'''Grammar''': m.<br />'''Meaning''': Art Meeräsche, [[Mugil chelo]] (Arist., Hikes. und Diph. ap. Ath., H.), auch als PN (Ephesos IV<sup>a</sup>; Bechtel Namenst. 48).<br />'''Derivative''': Dazu [[χελλαρίης]] = [[ὀνίσκος]] als Fischname (Dorio ap. Ath.), s. Strömberg 130 u. 134.<br />'''Etymology''': Ohne Etymologie; zur Sache Thompson Fishes [[sub verbo|s.v.]] Die semantisch naheliegende Anknüpfung an [[χεῖλος]] (Mastrelli Arch. glottol. it. 51, 135; vgl. die roman. Abkömmlinge von lat. ''labeō'') ist lautlich schwierig zu rechtfertigen.<br />'''Page''' 2,1085
|ftr='''χελλών''': (-λ-), -ῶνος<br />{khellṓn}<br />'''Grammar''': m.<br />'''Meaning''': Art Meeräsche, [[Mugil chelo]] (Arist., Hikes. und Diph. ap. Ath., H.), auch als PN (Ephesos IV<sup>a</sup>; Bechtel Namenst. 48).<br />'''Derivative''': Dazu [[χελλαρίης]] = [[ὀνίσκος]] als Fischname (Dorio ap. Ath.), s. Strömberg 130 u. 134.<br />'''Etymology''': Ohne Etymologie; zur Sache Thompson Fishes [[sub verbo|s.v.]] Die semantisch naheliegende Anknüpfung an [[χεῖλος]] (Mastrelli Arch. glottol. it. 51, 135; vgl. die roman. Abkömmlinge von lat. ''labeō'') ist lautlich schwierig zu rechtfertigen.<br />'''Page''' 2,1085
}}
}}