Anonymous

αὖος: Difference between revisions

From LSJ
2,402 bytes added ,  5 August 2017
6_11
(13_5)
(6_11)
Line 12: Line 12:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0394.png Seite 394]] η, ον, att. αὗος, dürr, trocken, Bäume, Schiffsbauholz Od. 5, 240; Her. 2, 92; ὕλη αὔη καὶ ξηρά Plat. Legg. VI, 761 c; βόες αὐότεραι Theocr. 8, 48; αὖον ἀυτεῖν, krachend ertönen, wie wenn dürres Holz gespalten wird, Il. 12, 160; von einem abgelebten Greise, Ar. Lys. 385; ausgesogen, verarmt, Luc. D. Mer. 14; vgl. Tox. 16; vor Furcht erstarrt, Heliod. 1, 12; auch = durstig.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0394.png Seite 394]] η, ον, att. αὗος, dürr, trocken, Bäume, Schiffsbauholz Od. 5, 240; Her. 2, 92; ὕλη αὔη καὶ ξηρά Plat. Legg. VI, 761 c; βόες αὐότεραι Theocr. 8, 48; αὖον ἀυτεῖν, krachend ertönen, wie wenn dürres Holz gespalten wird, Il. 12, 160; von einem abgelebten Greise, Ar. Lys. 385; ausgesogen, verarmt, Luc. D. Mer. 14; vgl. Tox. 16; vor Furcht erstarrt, Heliod. 1, 12; auch = durstig.
}}
{{ls
|lstext='''αὖος''': -η, -ον, καὶ Ἀττ. [[αὖος]], α, ον (αὔω): ― [[ξηρός]], αὖα [[πάλαι]], περίκηλα, ξηρὰ ἀπὸ πολλοῦ, περισσῶς κατεσκληκότα, ἐπὶ ξύλων, Ὀδ. Ε. 240· αὔην καὶ διερὴν ἀρόων (ἐνν. γῆν) Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 458· [[ξηρός]], ἐπὶ καρποῦ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀπαλός, Ἡρόδ. 2. 71, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 761C· μεμαραμμένος, ἐξηραμμένος, ἐπὶ φύλλων, Ἀριστοφ. Ἱππ. 534: ― ἐν Ἰλ. μόνον ἐν τῇ φράσει, αὖον ἀῡτεῖν ἢ αὔειν, ἀποτελῶ ξηρὸν ἦχον (ὡς τὸ aridus fragor ἐν Οὐεργ., πρβλ. [[καρφαλέος]]), ἐπὶ μετάλλου, κόρυθες δ’ ἀμφ’ αὖον αΰτευν, «αἱ περκεφαλαῖαι δὲ αὐτῶν ξηρὸν ἦχον ἀποτέλουν, περιήχουν» (Σχόλ.), Ἰλ. Μ. 160· αὖον ἄϋσεν, [ὁ [[χαλκοῦς]] [[χιτών]]], Ν. 441: ― μηδ’ ἀπὸ πεντόζοιο θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ αὖον ἀπὸ χλωροῦ τάμνειν αἴθωνι σιδήρῳ, «μὴ ἐξονυχίχου ἐν ταῖς ἑορταῖς, [[μηδὲ]] τὸν ξηρὸν ὄνυχα ἐκ τῶν χλωρῶν καὶ ζώντων δακτύλων τῆς πεντόζου χειρὸς ἀπότεμνε», (Σχόλ. Τζέτζ.) Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 741. 2) κατεσκληκώς, μεμαραμμένος, ἐπὶ γέροντος, ἀλλ’ αὖός εἰμ’ ἥδη τρέμων Ἀριστοφ. Λυσ. 385· [[σῶμα]] μὲν ἐμοῦ τὸ θνητὸν αὖον ἐγένετο Ἄλεξ. ἐν «Ὀλυμπιοδώρῳ» 1. 3) ἀπεξηραμμένος, [[ξηρός]], χὼ τὰς βῶς βόσκων χαὶ βόες αὐότεροι Θεόκρ. 8. 48· δίψῃ αὔη Ἐπιγράμμ. Ἐλλ. 1037. 8· ἐκπεπηγμένος, ἐγὼ δ’ [[ὥσπερ]] τυφῶνι βληθεὶς [[αὖος]], [[ἀπόπληκτος]] εἱστήκειν, ὡς τὸ τῆς σημερινῆς «ἔμεινα [[ξερός]]», Ἡλιοδ. Αἰθ. 1. 12, σ. 19, ἴδε σημείωσιν Κοραῆ τ. 2, σ. 23.
}}
}}