3,277,700
edits
(6_9) |
(Bailly1_1) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἀλκή''': ἡ, (ἴδε ἐν λέξ. [[ἄλαλκε]]), ἰσχὺς [[ὅπως]] φαίνεται αὕτη ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, [[ἀνδρεία]], θάρρος, [[εὐψυχία]] καὶ οὕτω διακρίνεται ἀπὸ τῆς ῥώμης (ἥτις σημαίνει [[ἁπλῶς]] δύναμιν), ποιητ. [[λέξις]] (ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἡροδ. καὶ τοῖς μεταγενεστέροις πεζοῖς, ὡς Τίμ. Λοκρ. 103Β, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 6, 12, Πολ. 8. 3., 7, κτλ.), παρ’ Ὁμήρ. συνδεόμενον [[μετὰ]] τοῦ [[σθένος]], βίη, [[ἠνορέη]], [[μένος]], Ἰλ. Ρ. 212, Ὀδ. Χ. 237, καὶ ἀλλ., ἰδίως ἐν φράσει ἐπιειμένος ἀλκήν, οὕτω: φρεσὶν [[εἱμένος]], ἀλκήν, Ἰλ. Υ. 381· δύσεαι ἀλκήν, Ι. 231: ― [[μετέπειτα]] [[ὡσαύτως]], χερὸς ἀλκᾷ, Πινδ. Ο. 10 (11), 122· θηρία ἐς ἀλκὴν ἄλκιμα, Ἡρόδ. 3. 110· [[καθόλου]], [[δύναμις]], [[ἰσχύς]], συνῆψαν ἀλκὴν (ὡς τὸ σ. μάχην), Εὐρ. Ἱκ. 683: ― κατὰ πληθ., κατορθώματα δυνάμεως, τολμηρὰ ἔργα, Πινδ. Ν. 7. 18, Εὐρ. Ρῆσ. 933. ΙΙ. ἰσχὺς πρὸς ἀπόκρουσιν κινδύνου, [[προφύλαξις]], [[ὑπεράσπισις]], [[ἑπομένως]] καὶ: [[βοήθεια]], [[ἐπικουρία]], [[ἀντίληψις]]· Διὸς [[ἀλκή]], Ἰλ. Ο. 490, πρβλ. Θ. 140· [[οὐδέ]] τις [[ἀλκή]], Ὀδ. Μ. 120, Χ. 305· ποῦ τις [[ἀλκή]]; Αἰσχύλ. Πρ. 545· ἀλκὴ βελέων, Σοφ. Φ. 1151· [[δορός]], Εὐρ. Φοίν. 1098: ― ἀλλ’ [[ἀλκή]] τινος, [[ὑπεράσπισις]], [[βοήθεια]] κατά τινος πράγματος, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 199, Πινδ. Ν. 7. 142, Σοφ. Ο. Τ. 218, πρβλ. [[ἄλκαρ]]: ἀλκὴν ποιεῖσθαι ἢ τιθέναι, παρέχειν ἐπικουρίαν, Σοφ. Ο. Κ. 459, 1524· ἐς ἢ πρὸς ἀλκὴν τρέπεσθαι, στρέφομαι καὶ ἀνθίσταμαι, εἶμαι ἕτοιμος [[ὅπως]] φυλαχθῶ ἢ ὑπερασπίσω ἐμαυτόν, Ἡρόδ. 2. 45., 3. 78, Θουκ. 2. 84 ― στρέψας πρὸς ἀλκήν, Εὐρ. Ἀνδρ. 1149· ἐς ἀλκὴν ἐλθεῖν, ὁ αὐτ. Φοίν. 421· ἀλκῆς μεμνῆσθαι, Ἡρόδ. 9. 70· ἐν οἷς ἐστιν [[ἀλκή]], [[ἔνθα]] [ὁ [[θάνατος]]] [[εἶναι]] [[βοήθεια]], Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 6, 12· πρβλ. [[ὑπομένω]] ΙΙ. 3. ΙΙΙ. [[συμπλοκή]], [[μάχη]], Αἰσχυλ. Θήβ. 498, 569, 876, Εὐρ. Μήδ. 664. | |lstext='''ἀλκή''': ἡ, (ἴδε ἐν λέξ. [[ἄλαλκε]]), ἰσχὺς [[ὅπως]] φαίνεται αὕτη ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, [[ἀνδρεία]], θάρρος, [[εὐψυχία]] καὶ οὕτω διακρίνεται ἀπὸ τῆς ῥώμης (ἥτις σημαίνει [[ἁπλῶς]] δύναμιν), ποιητ. [[λέξις]] (ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἡροδ. καὶ τοῖς μεταγενεστέροις πεζοῖς, ὡς Τίμ. Λοκρ. 103Β, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 6, 12, Πολ. 8. 3., 7, κτλ.), παρ’ Ὁμήρ. συνδεόμενον [[μετὰ]] τοῦ [[σθένος]], βίη, [[ἠνορέη]], [[μένος]], Ἰλ. Ρ. 212, Ὀδ. Χ. 237, καὶ ἀλλ., ἰδίως ἐν φράσει ἐπιειμένος ἀλκήν, οὕτω: φρεσὶν [[εἱμένος]], ἀλκήν, Ἰλ. Υ. 381· δύσεαι ἀλκήν, Ι. 231: ― [[μετέπειτα]] [[ὡσαύτως]], χερὸς ἀλκᾷ, Πινδ. Ο. 10 (11), 122· θηρία ἐς ἀλκὴν ἄλκιμα, Ἡρόδ. 3. 110· [[καθόλου]], [[δύναμις]], [[ἰσχύς]], συνῆψαν ἀλκὴν (ὡς τὸ σ. μάχην), Εὐρ. Ἱκ. 683: ― κατὰ πληθ., κατορθώματα δυνάμεως, τολμηρὰ ἔργα, Πινδ. Ν. 7. 18, Εὐρ. Ρῆσ. 933. ΙΙ. ἰσχὺς πρὸς ἀπόκρουσιν κινδύνου, [[προφύλαξις]], [[ὑπεράσπισις]], [[ἑπομένως]] καὶ: [[βοήθεια]], [[ἐπικουρία]], [[ἀντίληψις]]· Διὸς [[ἀλκή]], Ἰλ. Ο. 490, πρβλ. Θ. 140· [[οὐδέ]] τις [[ἀλκή]], Ὀδ. Μ. 120, Χ. 305· ποῦ τις [[ἀλκή]]; Αἰσχύλ. Πρ. 545· ἀλκὴ βελέων, Σοφ. Φ. 1151· [[δορός]], Εὐρ. Φοίν. 1098: ― ἀλλ’ [[ἀλκή]] τινος, [[ὑπεράσπισις]], [[βοήθεια]] κατά τινος πράγματος, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 199, Πινδ. Ν. 7. 142, Σοφ. Ο. Τ. 218, πρβλ. [[ἄλκαρ]]: ἀλκὴν ποιεῖσθαι ἢ τιθέναι, παρέχειν ἐπικουρίαν, Σοφ. Ο. Κ. 459, 1524· ἐς ἢ πρὸς ἀλκὴν τρέπεσθαι, στρέφομαι καὶ ἀνθίσταμαι, εἶμαι ἕτοιμος [[ὅπως]] φυλαχθῶ ἢ ὑπερασπίσω ἐμαυτόν, Ἡρόδ. 2. 45., 3. 78, Θουκ. 2. 84 ― στρέψας πρὸς ἀλκήν, Εὐρ. Ἀνδρ. 1149· ἐς ἀλκὴν ἐλθεῖν, ὁ αὐτ. Φοίν. 421· ἀλκῆς μεμνῆσθαι, Ἡρόδ. 9. 70· ἐν οἷς ἐστιν [[ἀλκή]], [[ἔνθα]] [ὁ [[θάνατος]]] [[εἶναι]] [[βοήθεια]], Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 6, 12· πρβλ. [[ὑπομένω]] ΙΙ. 3. ΙΙΙ. [[συμπλοκή]], [[μάχη]], Αἰσχυλ. Θήβ. 498, 569, 876, Εὐρ. Μήδ. 664. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=ῆς (ἡ) :<br /><b>I.</b> force;<br /><b>1</b> vigueur;<br /><b>2</b> lutte, combat : [[ἐς]] <i>ou</i> πρὸς ἀλκὴν τρέπεσθαι recourir à la force, en venir aux mains;<br /><b>3</b> armée, flotte, <i>etc.</i><br /><b>4</b> puissance <i>en gén.</i><br /><b>5</b> force d’âme, courage;<br /><b>II.</b> force contre un danger, protection, défense ; aide, secours : ἀλκὴν ποιεῖσθαι <i>ou</i> τιθέναι τινός SOPH donner assistance à qqn ; [[τίς]] [[ἀλκή]] ; SOPH à quoi sert de … ? <i>litt.</i> quelle aide est-ce de… ?<br />'''Étymologie:''' R. Ἀλκ être fort. | |||
}} | }} |