Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.

English > Greek (Woodhouse)

woodhouse 400.jpg


P. κώλυμα, τό, διακώλυμα, τό, ἐμπόδισμα, τό, ἐναντίωμα, τό. Be a hindrance to, v.; Ar. and P. ἐμπόδιος εἶναι (dat. of person, gen. of thing), P. and V. ἐμποδὼν εἶναι (dat.), ἐμποδὼν γίγνεσθαι (dat.).