ξηρόκηπος

From LSJ

Δέσποινα γὰρ γέροντι νυμφίῳ γυνή → Mulier fit domina sponso, simulac senuerit → Die Frau beherrscht, sobald er alt, den Bräutigam

Menander, Monostichoi, 129

Greek (Liddell-Scott)

ξηρόκηπος: ὁ, = τῷ προηγ., Μαρτύριον τῶν κ΄ πατέρων 44.

Greek Monolingual

ξηρόκηπος, ὁ (Μ)
το ξηροκήπιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξηρός + κῆπος.