Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυνή

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: γῠνή Medium diacritics: γυνή Low diacritics: γυνή Capitals: ΓΥΝΗ
Transliteration A: gynḗ Transliteration B: gynē Transliteration C: gyni Beta Code: gunh/

English (LSJ)

Dor. γυνά, Boeot. βανά (v. sub voce), ἡ, gen. γυναικός, acc. γυναῖκα, voc. γύναι (
A γυνή Alc.Com.32): dual γυναῐκε S.Ant.61: pl. γυναῖκες, γυναικῶν, etc. (as if from γύναιξ wh. is only found in Gramm., cf. Hdn.Gr.2.643): gen. γυναικείων Phoc.3 (s. v.l.): Aeol. dat. pl. γυναίκεσσι Sapph.Supp.7.6: Com. acc. γυνήν Pherecr.91: pl. nom. γυναί Philippid.2, Men.484, acc. γυνάς Com.Adesp.1336, cf. EM243.24,AB86:—woman, opp. man,Il.15.683, etc.: with a second Subst., γυνὴ ταμίη = housekeeper, 6.390; δέσποινα = lady of the house Od.7.347; γρηΰς (q.v.), ἀλετρίς (q.v.), δμῳαὶ γυναῖκες = maids Il.9.477,al.; Περσίδες γυναῖκες Hdt.3.3: voc., as a term of respect or affection, mistress, lady, E.Med.290, Theoc.15.12, etc.; φαντὶ γυναῖκες = the lasses say, Id.20.30; πρὸς γυναικός = like a woman, A.Ag.592: prov., γυνὴ μονωθεῖσ' οὐδέν = a woman left alone is nothing Id.Supp. 749; ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω = the oaths of a woman I inscribe on water, I write a woman's oaths in water (cf. γράφω ΙΙ) S.Fr.811; γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει = it is silence that gives women dignity Id.Aj.293.
II wife, spouse, Il.6.160, Od.8.523, Hdt.1.34, etc.; γυναῖκες καὶ παρθένοι X.An.3.2.25; opp. ἑταίρα, Is.3.13; γυνὴ γνησία, PEleph.1.3 (iv B. C.); also, concubine, Il.24.497.
III mortal woman, opp. goddess, 14.315, Od.10.228, etc.
IV female, mate of animals, Arist.Pol.1262a22 (dub. sens.), Xenarch.14, etc.— Not to be taken as adjective in γυναῖκα θήσατο μαζόν Il.24.58. (Cf. Ved. gnā- (freq. disyll.), Skt. janis.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Wiktionary Etymology

From Proto-Indo-European *gʷḗn (“woman”). Cognates include Mycenaean Greek (ku-na-ja), Sanskrit ग्ना (gnā́), Sanskrit जनि (jáni), Old Armenian կին (kin), and Old English cwēn (English queen).

German (Pape)

[Seite 511] ἡ, das Weib, genit. γυναικός; γυναικί, γυναῖκα, ὦ γύναι, γυναῖκε, γυναικοῖν, γυναῖκες, γυναικῶν, γυναιξί (ν), γυναῖκας; diese Att. Formen sind zugleich die Homerischen, nur daß sich der dual. bei Homer nicht findet. Accus. τὴν γυνήν Pherecr. bei Bekk. A. 1 p. 86, 13 Etymol. m. 243, 24 Epimer. Hom. Cram. An. Ox. 1 p. 102, 11 (Mein. C. G. 2, 1 p. 295), vgl. Eustath. Iliad. 1, 340 p. 113, 30; vocat. ὦ γυνή Alcaeus comic. in Epimer. Hom. Cramer. An. Ox. 1 p. 102, 13 (Mein. C. G. 2, 2 p. 834); nomin. plur. αἱ γυναί Philippid. ap. Bekk. An. 1 p. 86, 12 (Mein. C. G. 4 p. 467) und Menand. ap. Cram. Epimer. Hom. An. Ox. 1 p. 102, 8 (Mein. C. G. 4 p. 327); accus. τὰς γυνάς poet. in Etymol. m. p. 243, 27. Nomin. γυναίξ oder γύναιξ bei Gramm. Von diesem nomin. ist auch der vocat. γύναι abzuleiten. Entstanden ist γυναίξ aus γυνα-Fιξ, »Weibsbild«, εἰκών, ἔοικα, εἴκελος, ἴκελος; nach Buttmanns richtiger Bemerkung, Gramm. §. 58. Die einfache Form γυνή bedeutet die »Hervorbringende«, die »Gebärende«, verwandt γόνος, γονή, Plat. Cratyl. p. 414 a, Wurzel γεν. Die Sicilischen Dorier sagten γάνα statt γυνή, Gregor. Corinth. Dial. Dor. p. 345. Unzweifelhaft war γαν eine ältere Form der Wurzel γεν, worauf z. B. auch das perf. γέγαα führt, und das verwandte γαῖα, s. d. W. Die Böoter sagten βάνα oder βανά statt γυνή, Corinna bei Herodian. Π. Μ. Λ. p. 18, 25 Apollon. Pronom. p. 65 a Bekk. (Bergk L. G. ed. 2 p. 948 no 21), Hesych. βάννα; βανῆκας Böotisch = γυναῖκας, Hesych. Unter Vergleichung des Gothischen quinô nimmt Ahrens Dial. Aeol. p. 172 ΓFανα als gemeinsame Grundform von γυνή und βανά an. Danach wäre also wohl ΓFαν die älteste nachweisbare Form der Wurzel; oder vielmehr ΙFΑ; denn daß das Ν secundär sei, beweis't schon γέγαα und γαῖα; vgl. κτείνω κτενί'Ω κτα'Ω, τείνω τενί'Ω τα'Ω u. s. w. Das Abfallen des Γ in βανά könnte so wenig befremden wie die Verwandelung des F in Β und das Verschwinden des F in γυνή. Das υ in γυνή ist nicht Umlaut des in γόνος, γονή zum Vorschein kommenden ο, sondern, wie eben auch dies ο, Umlaut des ursprünglichen Vocals der Wurzel, des in βανά, γάνα, γέγαα, γαῖα erhaltenen α. – Was die Bedeutung von γυνή anlangt, so bezeichnet dies Wort: – a) das Weib im Gegensatze zum Manne, ohne Rücksicht auf das Alter und gleichviel ob sie verheirathet ist oder nicht; z. B. Hom. Iliad. 15, 683 πολέες τέ ἑ θηήσαντο ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες; 17, 435 στήλη, ἥ τ' ἐπὶ τύμβῳ ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός; Odyss. 15, 168 οἱ δ' ἰύζοντες ἕποντο ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες; 6, 161 οὐ γάρ πω τοῐον εἶδον βροτὸν ὀφθαλμοῖσιν, οὔτ' ἄνδρ' οὔτε γυναῖκα; 13, 308 μηδέ τῳ ἐκφάσθαι μήτ' ἀνδρῶν μήτε γυναικῶν; Iliad. 24, 698. 708 Odyss. 19, 468. 21, 323; Herodot. 8, 88 οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασί μοι γυναῖκες, αἱδὲ γυναῖκες ἄνδρες. Pleonastisch Hom. θηλύτεραι γυναῖκες, Iliad. 8, 520 Od. 11, 386. 434. 15, 422. 23, 166. 24, 202. Mit Substantiven adjectivisch verbunden: γυνὴ ταμίη Odyss. 2, 345 Iliad. 6, 390, γυνὴ ἀλετρίς Odyss. 20, 105, γυνὴ Σικελὴ γρηΰς Odyss. 24, 211, δμωαὶ γυναῖκες Odyss. 7, 103 Iliad. 9, 477. Ohne δμωαί allein γυναῖκες die Mägde Odyss. 19, 497. 2, 108. 17, 319. Ohne Zusatz bezeichnet Odyss. 16, 334 γυναικί die Penelope, welche vs. 332 und 337 mit Nachdruck βασίλεια genannt wird, wie vs. 335 ihr Haus δόμος θείου βασιλῆος heißt. – b) das sterbliche Weib im Gegensatze zur Göttinn; z. B. Hom. Iliad. 11, 688 γυνὴ ἐικυῖα θεῇσιν, Iliad. 14, 315 οὐ γάρ πώ ποτέ μ' ὧδε θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικὸς θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι περιπροχυθεὶς ἐδάμασσεν; 16, 176 γυνὴ θεῷ εὐνηθεῖσα; Odyss. 10, 228 ἔνδον γάρ τις ἐποιχομένη ἱστὸν καλὸν ἀοιδιάει ἢ θεὸς ἠὲ γυνή. Ausdrücklich θνητός hinzugefügt Odyss. 11, 244 θεὸν θνητήν τε γυναῖκα; Iliad. 20, 305 ὃν Κρονίδης περὶ πάντων φίλατο παίδων, οἳ ἕθεν ἐξεγένοντο γυναικῶν τε θνητάων. – c) die verheirathete Frar die Ehefrau; Odyss. 6, 184 οὐ μὲν γὰρ τοῦ γε κρεῖσσον καὶ ἄρειον, ἢ ὅθ' ὁμοφρονέοντε νοήμασιν οἶκον ἔχητον ἀνὴρ ἠδὲ γυνή; 11, 444 ἀλλ' οὐ σοί γ', Ὀδυσεῦ, φόνος ἔσσεται ἔκ γε γυναικός· λίην γὰρ πινυτή τε, καὶ εὖ φρεσὶ μήδεα οἶδεν, κούρη 'Ικαρίοιο περίφρων Πηνελόπεια; 1, 433; 19, 165 ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος; Iliad. 6, 160 γυνὴ Προίτου; vs. 460 Ἕκτορος ἥδε γυνή; Odyss. 8, 523 ὡς δὲ γυνὴ κλαίῃσι φίλον πόσιν ἀμφιπεσοῦσα; γυνὴ δέσποινα Odyss. 7, 347; γυνὴ μήτηρ Theocrit. 27, 64; Odyss. 21, 72 ἀλλ' ἐμὲ ἱέμενοι γῆμαι θέσθαι τε γυναῖκα, Homerische Figur, γῆμαι und θέσθαι γυναῖκα stehn παραλλήλως; 15, 241 ἔνθα δ' ἔγημε γυναῖκα καὶ ὑψερεφὲς θέτο δῶμα; 14, 211 ἠγαγόμην δὲ γυναῖκα πολυκλήρων ἀνθρώπων, ich heirathete eine Frau aus einer reichen Familie; 15, 237 κασιγνήτῳ δὲ γυναῖκα ἠγάγετο πρὸς δώματα; Iliad. 9, 394 Πηλεύς θήν μοι ἔπειτα γυναῖκά γε μάσσεται αὐτός, var. lect. γαμέσσεται; Odyss. 9, 199 οὕνεκά μιν σὺν παιδὶ περισχόμεθ' ἠδὲ γυναικὶ ἁζόμενοι; iliad. 8, 57 μέμασαν δὲ καὶ ὧς ὑσμῖνι μάχεσθαι, χρειοῖ ἀναγκαίῃ, πρό τε παίδων καὶ πρὸ γυναικῶν; 4, 162 σύν τε μεγάλῳ ἀπέτισαν, σὺν σφῇσιν κεφαλῇσι γυναιξί τε καὶ τεκέεσσιν; Odyss. 13, 44 ὑμεῖς δ' αὖθι μένοντες ἐυφραίνοιτε γυναῖκας κουριδίας καὶ τέκνα; Iliad. 10, 422 Odyss. 12, 42; γύναι Anrede des Ehemannes an seine Frau Odyss. 4, 148. 266. 8, 424, feierlicher ὦ γύναι 18, 259. Gegensatz ἑταίρα Isae. 3, 13; daselbst 14 γαμετὰς γυναῖκας und αἱ γαμεταὶ γυναῖκες; – γυναῖκες Kebsweiber, Beischläferinnen, im Gegensatz zur Ehefrau, Iliad. 24, 497; – Gegensatz παρθέ νος Xen. An. 3, 2, 25 Theocr. 27, 63; γυναῖκας καὶ κόρας Xen. An. 4, 5, 9, vgl. Theocrit. 27, 64. – Auch von Thieren, Weibchen, Arist. Pol. 2, 3; Ath. XIII, 559 a. – Eigenthümlich γυναῖκά τε θήσατο μαζόν Il. 24, 58, wo μαζόν als nähere Bestimmung zu γυναῖκα gesetzt ist; Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ, ὅτι ἀντὶ τοῦ γυναικὸς μαζόν. Ὁμηρικὸν δὲ τὸ ἔθος· »ἃς τὴν μὲν πρύμνην ἄμφεπε (Iliad. 16, 124)«; vgl. Friedlaend. Aristonic. (Schematol.) p. 20.

Greek (Liddell-Scott)

γῠνή: Δωρ. γυνά, Αἰολ. βανὰ (ἴδε ἐν λέξει), ἡ· γεν. γυναικός, αἰτ. γυναῖκα, κλητ. γύναι·― δυϊκ. γυναῖκε Σοφ. Ἀντ. 61·― πληθ. γυναῖκες, γυναικῶν, κτλ., (ὡς εἰ ἐξ ὀνομαστ. γύναιξ)· καί τις γενική, γυναικείων Φωκυλ. 3·― εὑρίσκομεν ὡσαύτως παρὰ Κωμικ. αἰτιατ. γυνὴν Φερεκρ. Κραπ. 19· πληθ. ὀνομ. γυναὶ Ἀλκαῖ. Κωμ. Ἀδήλ. 7, Μένανδ. Ἀδήλ. 480, αἰτιατ. γυνὰς Κωμ. Ἀνών. ἐν Meineke 4. 622· ἴδε Ἐτυμ. Μ. 243. 24, Α. Β. 86. Ὡς παρ᾿ ἡμῖν γυνή, Λατ. femina, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἀνήρ, Ἰλ. Λ. 683· ἄνευ ἀναφορᾶςπρὸς τὴν ἡλικίαν ἢ τὴν κατάστασιν ἀμφοτέρων ἐπί τε ἐγγάμων καὶ ἀγάμων· κατὰ πληθ., αἱ θαλαμηπόλοι, ὑπηρέτριαι, Ὅμ., ὅστις συχνάκις συνδέει τὴν λέξιν ταύτην ὡς τὸ ἀνήρ, μεθ’ ἑτέρου οὐσιαστ., γυνὴ ταμίη, ἡ οἰκονόμος, Ἰλ. Ζ. 390· δέσποινα, γρηΰς, ἀλετρίς, δμωαὶ γυναῖκες, κτλ.· οὕτω, γυνὴ Περσὶς Ἡρόδ.·― κατὰ κλητ. συχνάκις πρὸς δήλωσιν σεβασμοῦ ἢ στοργῆς, κυρία, δέσποινα, πρβλ. W üstem. Θεόκρ. 15. 12·― φαντὶ γυναῖκες, λέγουσιν αἱ κόραι, ὁ αὐτ. 20. 30·― πρὸς γυναικός, ὡς γυνή, Αἰσχύλ. Ἀγ. 592· παροιμ., γ. μονωθεῖσ᾿ οὐδὲν Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 749· ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω (πρβλ. γράφω ΙΙ) Σοφ. Ἀποσπ. 694· γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει ὁ αὐτ. Αἴ. 293· ἴδε Indices Eur. et Comic. ΙΙ. σύζυγος, σύνευνος, κατ᾿ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ παρθένος, Ἰλ. Ζ. 160, Ὀδ. Θ. 523, κτλ., πρβλ. Ξεν. Ἀν. 3. 2, 25· ἀλλ’ ὡσαύτως, παλλακή, Ἰλ. Ω. 497. ΙΙΙ. γυνὴ θνητή, κατ᾿ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ θεά, Ξ. 315, Ὀδ. Κ. 228, κτλ. IV. ἡ θήλεια, ἡ σύντροφος, τὸ «ταῖρι», ἐπὶ ζῴων· πρῶτον παρ᾿ Ἀριστ. Πολ. 2. 3, ἐν τέλ. V. ἐν Ἰλ. Ω. 58, γυναῖκα θήσατο μαζόν, ἐθεωρήθη ὡς ἐπίθ.· ἀλλὰ τὸ μαζὸν κεῖται ἁπλῶς κατὰ τὸ Ὁμηρικὸν σχῆμα καθ᾿ ὅλον καὶ μέρος, ἴδε Jelf Gr. Gr. § 584. (Πρβλ. Σανσκρ. ǵani, Ζενδ. ghena, Γοτθ. quîno, Ἰσλανδ. kona ἢ kvenna, Ἀγγλο-Σαξ. cwen (Σκωτιστὶ quean = γυνή, πρβλ. queen, βασίλισσα), κτλ.· ἴδε ἐν λ. γίγνομαι).

French (Bailly abrégé)

γυναικός, voc. γύναι (ἡ) :
femme :
1 p. opp. à homme ; au sg. collect. la femme, les femmes, la gent féminine;
2 femme, épouse;
3 femme mortelle, p. opp. à déesse : γυναῖκα θήσατο μαζόν IL il téta un sein de femme litt. une femme, au sein, avec l’idée du tout suivi du nom de la partie.
Étymologie: p. *γϜανή, d’où att. γυνή, de la R. Γεν, naître, faire naître, engendrer.

English (Autenrieth)

γυναικός: woman; γυνὴ ταμίη, δέσποινα, γρηῦς, ἀλετρίς, δμωαὶ γυναῖκες, etc.; wife, Il. 6.160, etc.

Spanish (DGE)

(γῠνή) γυναικός, ἡ
• Alolema(s): dór. γυνά Pi.P.11.22; beoc. βανά Corinn.11(a).2; panf. γουνά IPamph.75.1, 78.5, 151.5 (todas II a.C.); sicil. γάνα Greg.Cor.p.345
• Morfología: [sg. falso nom. γύναιξ Hdn.Gr.2.643, Elias in Cat.211.31, Eust.113.36 (voc. según Hsch. ac. según Trypho Fr.11.3); gen. γυνῆς Denkmäler 296 (Isauria); dat. γυνακί TAM 3.422.3 (Termeso II a.C.), graf. γυνεκί IB 20.3 (imper.); ac. γυνήν Pherecr.96, cret. γιναῖκα ICr.4.1.1 (Gortina VII/VI a.C.), γυναῖκαν PMag.11a.11, JRCil.2.121.2 (Isauria); voc. γυνή Alc.Com.32; plu. nom. γυναί Philippid.2, Men.Fr.937, γυνᾶκες Sokolowski 3.113.4 (Tasos V a.C.); eol. dat. γυναίκεσσιν Sapph.96.6; ac. γυνάς Pherecr.206, Com.Adesp.1336, eol. βανῆκας Hsch.; du. nom. γυναῖκε S.Ant.61]
I op. ἀνήρ
1 mujer
a) en gener., op. ‘varón’ explícitamente πολέες τέ ἑ θηήσαντο ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες Il.15.683, cf. Alcm. en POxy.3213.6, Hes.Op.586, Emp.B 112.8, E.Andr.672, El.537, Plb.4.21.3, Orib.4.8.4, χάριν ἔχειν τῇ τύχῃ ... ὅτι ἀνὴρ καὶ οὐ γ. (ἐγενόμην) Hermipp.Hist.11, ἄλλος γυναικὸς κόσμος, ἄλλος ἀρρένων Com.Adesp.1294, διά τοι τοῦτο καὶ τοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ ἀνδράσι προσφέρει ὁ θεὸς καὶ γυναιξί Thdt.Affect.5.57, cf. Didym.M.39.989A, Isid.Pel.Ep.M.78.276D, Procop.Gaz.M.87.172A, ἡ γ. la mujer esp. de la primera mujer en la tradición judeo-cristiana, Origenes Hom.20.3 in Ier.
junto a παῖς: οὐκ ἀλέγω, ὡς εἴ με γ. βάλοι ἢ πάϊς ἄφρων Il.11.389;
b) como perteneciente a colectivos, op. implícitamente a lo masculino δῖα γυναικῶν divina entre las mujeres epít. de Helena Il.3.423, βαθυζώνους τε γυναῖκας y a mujeres de ajustada cintura, Il.9.594, cf. 366, 24.698, γυναικῶν εἶδος ἀρίστη de Peribea Od.7.57, γυναικῶν φῦλον Hes.Sc.4, cf. Semon.8.96, τὸ τῶν γυναικῶν γένος Plb.31.26.10, κορυβαντιῶσαι γυναῖκες mujeres coribantes Plb.12.12b.2
μοναστήριον γυναικῶν monasterio de monjas Pall.H.Laus.33.1;
c) muy frec. como objeto de tópicos y prov. ἄνδρεσσι κακὸν θνητοῖσι γυναῖκας Ζεὺς ... θῆκε Hes.Th.600, cf. E.Hipp.627, γ. πολλὰ ἀνδρὸς ὀξυτέρη πρὸς κακοφραδμοσύνην Democr.B 273, cf. E.Andr.911, Lyd.Mag.1.21, χωρὶς γυναικὸς θεὸς ἐποίησεν νόον τὰ πρῶτα Semon.8.1, cf. 8.passim, γ. μὴ ἀσκείτω λόγον Democr.B 110, κόσμος ὀλιγομυθίη γυναικί Democr.B 274, cf. S.Ai.293, E.Heracl.476, ἦ κάρτα πρὸς γυναικὸς αἴρεσθαι κέαρ muy propio es de mujer dejar que vuele el corazón A.A.592, γ. μονωθεῖσ' οὐδέν A.Supp.749, cf. E.Or.309, ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω ref. a lo que es de poco fiar, S.Fr.811, ἂν μὴ μανιῶν ἢ γήρως ἢ φαρμάκων ἢ νόσου ἕνεκα ἢ γυναικὶ πειθόμενος como salvedad en la aplicación de una ley, Sol.Lg.49a, cf. 49b, Semon.7, ὑπὸ γυναικὸς ἄρχεσθαι ὕβρις εἴη ἂν ἀνδρὶ ἐσχάτη Democr.B 111, cf. E.Andr.364, ζήτει γυναῖκα σύμμαχον τῶν πραγμάτων Men.Mon.271, γ. στρατηγεῖ καὶ γ. στρατεύεται aplicado a los cobardes Com.Adesp.552, cf. Diogenian.4.1, o a lo que no es natural, Greg.Cypr.2.7, ταμιεῖον ἀρετῆς ἐστι γενναία γ. Anaxandr.71, οὐκ ἐπιτρέπομεν οὖν γυναῖκας διδάσκειν ἐν Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ μόνον ... τῶν διδασκάλων ἐπακούειν Const.App.3.6.1, cf. 3.9.1, Nil.M.79.249D.
2 op. ‘macho’ mujer como insulto aplicado a un hombre, sinón. de cobarde γυναικὸς ἄρ' ἀντὶ τέτυξο pues en mujer te has convertido dice Héctor a Diomedes Il.8.163, γυναῖκάς σφεας ἀπεκάλεον Hdt.9.20, cf. 9.107.
3 mujer como procreadora, en una interpretación etim. del n. «γυνὴ» δὲ γονή μοι φαίνεται βούλεσθαι εἶναι Pl.Cra.414a, cf. Democr.B 122a, Hsch.ι 580.
4 voc. γύναι ¡mujer! como término cariñoso dirigido a la esposa Il.6.441, a una amiga, Theoc.15.12, a la madre Eu.Io.2.4
como fórmula protocolaria de distanciamiento señora κρεῖσσον δέ μοι νῦν πρός σ' ἀπεχθέσθαι, γύναι en cuanto a mí, prefiero de momento resultarte odioso, señora dice Creonte a Medea, E.Med.290.
II rel. c. su estado civil o social
1 op. ἀνήρ ‘marido’ esposa
a) de mujeres concr., c. gen. γ. Προίτου Il.6.160, Ἕκτορος ἥδε γ. Il.6.460, ἐν Ἀργείοισιν ἤκουες τάδε· ὁ τῆς γυναικός, οὐχὶ τἀνδρὸς ἡ γ. entre los argivos se oía hablar de ti como el (marido) de la mujer, no (se hablaba) de la esposa del hombre Electra se dirige a Egisto, E.El.931, ὁ Κανδαύλης ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ γυναικός Hdt.1.8, γ. πατρός LXX Le.18.8, ἡ γ. τοῦ ἡγεμόνος BGU 1079.30, cf. Plb.4.51.4, Arr.Epict.2.22.32, D.C.11.13, 14, 29.1, Lyd.Mag.1.33, δείξω σοι τὴν νύμφην τὴν γυναῖκα τοῦ Ἀρνίου metáf. de la nueva Jerusalén en sus nupcias con el Cordero Apoc.21.9
c. otras precisiones contextuales ἐκ χώρης ὅθι ᾗ ὀάριζε γυναικί Il.6.516, γ. ... φίλον πόσιν ἀμφιπεσοῦσα Od.8.523, cf. 19.210, μήτηρ καὶ γ. ref. Yocasta, S.Ant.53, ἀδελφὴ καὶ γυνή ref. Isis Hymn.Is.5 (Ios), ref. Berenice ICr.3.4.4.10 (Itanos III a.C.), IPh.2.6, 4;
b) en cont. más gener. y frases hechas τί γὰρ ἥδιον ἀνθρώπῳ γυναικὸς καταθυμίας; ¿qué hay más dulce para un hombre que una esposa idónea? Antipho Soph.B 49, μισεῖται γὰρ ἀνόσιος γ. E.El.645, οὐχ ἡ αὐτὴ σωφροσύνη γυναικὸς καὶ ἀνδρός en el ámbito doméstico, Arist.Pol.1260a21, cf. 28, Plb.1.72.5, Plu.2.823b, Luc.Demon.9
en otras oposiciones y relaciones, junto a τέκνον: γυναικὸς ἄρχει (ὁ ἀνήρ) ... πολιτικῶς, τέκνων δὲ βασιλικῶς Arist.Pol.1259b1;
c) distintas expresiones ref. al hecho de contraer matrimonio γυναῖκα ... γαμεῖσθαι ser tomada en matrimonio la mujer Hes.Op.698
γαμεῖν γυναῖκα casarse el hombre ἔγημε γυναῖκα καὶ ... θέτο δῶμα Od.15.241, cf. 21.72, Hdt.4.154
γυναῖκα λαμβάνειν tomar esposa, casarse el hombre, Theodect.13, Men.Epit.571, Eu.Matt.1.20, 24, 13.33, ἄγεσθαι γυναῖκα llevar esposa a casa, Od.14.211, Hes.Op.695, ἄγεσθαι τῷ παιδὶ γυναῖκα dar esposa al hijo Hdt.1.34
frec. γαμετὴ γ. mujer casada Lys.1.31, cf. Pl.Lg.841d, X.Oec.3.10, Men.Epit.634, Pc.487, Sel.Pap.3.14 (I a.C.), PTeb.104.16 (I a.C.), Arr.Epict.2.22.33, αἱ ἠνδρωμέναι γυναῖκες las mujeres casadas Hp.Virg.1, ἡ ὁμόζυγος γ. la cónyuge Lyd.Mag.3.69;
d) op. ἑταῖρα y παλλακή esposa legítima ἑταῖρα ἦν τῷ βουλομένῳ καὶ οὐ γ. τοῦ ἡμετέρου θείου Is.3.13, cf. Lys.1.31, D.59.122, aunque κουρίδιαι γυναῖκες Hdt.1.135, 5.18, γ. γνησία PEleph.1.3 (IV a.C.);
e) viuda ἀποδοῦναι τῇ γυναικὶ τὴν φερνήν devolver la dote a la viuda Plb.18.35.6, cf. 31.22.4, PBerl.Borkowski 7.24, 8.6 (III/IV d.C.).
2 según cont. y su distinta rel. c. el hombre esclava πατρὸς ἐμοῖο γυνὴ Φοίνισσ' ἐνὶ οἴκῳ Od.15.417
plu. concubinas τοὺς δ' ἄλλους μοι ἔτικτον ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκες Il.24.497, como pertenencia del hombre junto a βοῦς y a ἀροτήρ: γυναῖκα ... κτητήν, οὐ γαμητήν una mujer esclava, no una esposa Hes.Op.406, γυναῖκες εἰλίποδες perífr. por heteras Eup.174, γυναῖκες πρὸς ἑταιρισμόν soldaderas, IPDésert 67.16 (I d.C.).
III op. παρθένος
1 mujer adulta θηλύτεραι γυναῖκες fórmula ép. pleonástica, prob. c. el sent. originario de mujeres en su plenitud prob. que ha sido madre, verdaderas hembras, Il.8.520, Od.15.422, 24.202, Hes.Th.590, Sc.10, Fr.30.34, ἀντὶ παρθένου γυνή S.Tr.148, Περσῶν καλαὶ καὶ μεγάλαι γυναῖκες καὶ παρθένοι X.An.3.2.25, cf. Hp.Aër.17, Epid.1.19, Mul.1.2, Plb.10.19.3, παρθένος ἔνθα βέβηκα, γ. δ' εἰς οἶκον ἀφέρπω Theoc.27.65, γυναῖκες καὶ κόραι X.An.4.5.9, ἐγένετο ἂν γ. Χλόη ῥαδίως, εἰ μὴ Δάφνιν ἐτάραξε τὸ αἷμα Longus 3.24.3, cf. 19.2.
2 mujer prometida τὴν ... τοῦ βασιλέως θυγατέρα, παρθένον οὖσαν, γυναῖκα τῷ βασιλεῖ κατωνομασμένην Plb.5.43.1.
IV op. θεά mujer mortal θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικός Il.14.315, ἢ θεὸς ἠὲ γ. Od.10.228, γ. θεῷ εὐνηθεῖσα Il.16.176, Ἕκτωρ μὲν θνητός τε γυναῖκά τε θήσατο μαζόν op. Aquiles, hijo de diosa Il.24.58, de la primera mujer ὀνόμηνε δὲ τήνδε γυναῖκα Πανδώρην Hes.Op.80, cf. Paus.1.24.7
Γυναικῶν Κατάλογος tít. del poema de Hesíodo conocido tb. como Ἠοῖαι D.Chr.2.14, Men.Rh.402.
V de anim. hembra εἰσὶ δέ τινες καὶ γυναῖκες καὶ τῶν ἄλλων ζῴων Arist.Pol.1262a22, εἶτ' εἰσὶν οἱ τέττιγες οὐκ εὐδαίμονες, ὧν ταῖς γυναιξὶν οὐδ' ὁτιοῦν φωνῆς ἔνι; así que, ¿no son felices las cigarras, cuyas hembras no tienen voz? Xenarch.14
de caballos yegua Luc.Asin.28.
VI gramaticalizado, casi como marca de fem., sin trad. δμῳαὶ γυναῖκες esclavas, Il.9.477, γ. οἰκουρός Hp.Epid.6.8.32, δούλη γ. E.Andr.90, γ. θῆσσα Ant.Lib.25.3, γ. δέσποινα esposa y señora, Od.7.347, χῆραι γυναῖκες viudas, Il.2.289, Plb.10.26.3, Eu.Luc.4.26, γ. νέα muchacha Thgn.457, E.Alc.1049, γυναῖκες ἱέρειαι sacerdotisas Hdt.2.54, cf. 2.56, αἱ Περσίδες γυναῖκες las persas Hdt.3.3, γ. θυραῖος extranjera E.Alc.805, ἑταίρη γ. hetera Hdt.2.134, γ. παλλακή concubina D.S.2.10, γυναῖκες βασίλισσαι reinas D.C.76.1.2, γ. παρθένος doncella Hes.Th.513, γ. γραῦς anciana E.Tr.490, Ar.Th.345, cf. D.19.283, γ. πρεσβῦτις Herm.Vis.1.2.2, γ. ταμίη despensera, Il.6.390, γ. ἀλετρίς molinera, Od.20.105
acompañando a un n. prop. ἡ γ. Τεύτα Teuta reina iliria, Plb.2.4.7.
• Etimología: De *genH1 en grado ø/P como beoc. βάνᾱ ai. gnā, av. gənā, que c. otros grados vocálicos ha dado gót. qinō < *genōn, aesl. žena.

English (Abbott-Smith)

γυνή, -αικός, ἡ, [in LXX for אִשָּׁה;]
1.a woman, married or unmarried: Mt 11:11 14:21, al.; ὕπανδρος γ., Ro 7:2; γ. χήρα, Lk 4:26; in vocat., γύναι implies neither reproof nor severity, but is used freq. as a term of respect and endearment, Mt 15:28, Jo 2:4, 4:21 19:26.
2.a wife: Mt 1:20, I Co 7:3, 4 al.; γ. ἀπολύειν, Mk 10:2, al.; γ. ἔχειν Mk 6:18; γ. λαβεῖν, Mk 12:19; γ. γαμεῖν, Lk 14:20.
3.a deaconess, I Ti 3:11 (CGT, in l.).

English (Strong)

probably from the base of γίνομαι; a woman; specially, a wife: wife, woman.

English (Thayer)

γυναικός, ἡ;
1. universally, a woman of any age, whether a virgin, or married, or a widow: ἡ μεμνηστευμένῃ τίνι γυνή, R G; ἡ ὕπανδρος γυνή, γυνή χήρα, femina vidua, Nepos, praef. 4). 2. a wife: γυνή τίνος, G L WH marginal reading), etc. of a betrothed woman: ἡ γυνή τοῦ πατρός his step-mother: אָב אֵשֶׁת, ἔχειν γυναῖκα: ἔχω, I:2b. at the end γύναι, as a form of address, may be used — either in indignation, Homer, Iliad 3,204; Odyssey 19,221; Josephus, Antiquities 1,16, 3).

Greek Monolingual

η
βλ. γυναίκα.

Greek Monotonic

γῠνή: Δωρ. γυνά, γεν. γυναικός, αιτ. γυναῖκα, κλητ. γύναι, πληθ. γυναῖκες κ.λπ. (όπως αν προερχόταν από ονομ. γύναιξ
I. γυναίκα, Λατ. femina, αντίθ. προς τον (ἀνήρ), σε Όμηρ. κ.λπ.· συναπτόμενο με άλλο ουσ., γυνὴταμίη, οικονόμος, δέσποινα γυνή, δμῳαὶ γυναῖκες κ.λπ., στον ίδ.· στην κλητ., συχνά ως προσφώνηση, δήλωση σεβασμού· «αρχόντισσα, κυρία», σε Θεόκρ.· πρὸς γυναικός, όπως μια γυναίκα, σε Αισχύλ.
II. σύντροφος, σύζυγος, συμβία, αντίθ. προς το παρθένος, σε Όμηρ., Ξεν.
III. θνητή γυναίκα, αντίθ. προς το θεά, σε Όμηρ. (πιθ. από την ρίζα από την οποία προέρχεται και το γί-γνομαι).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυνή γυναικός, ἡ, Dor. γυνά; vocat. γύναι; dual. γυναῖκε; Aeol. plur. γύναικες γυναίκων γυναίκεσσι van mensen vrouw ( bijv. tegenover man, echtgenoot, godin); met ander subst.. δμῳαὶ γυναῖκες slavinnen Il. 9.477. van dieren wijfje.

Russian (Dvoretsky)

γυνή: γῠναικός ἡ (pl. γυναῖκες, dat. γυναιξί(ν) Theocr. γύναικες и γύναιζιν)
1) женщина (ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες Hom.; ἄνδρες καὶ γυναῖκες Arst.); часто описат.: γ. ταμίη Hom. = ταμίη; δμῳαὶ γυναῖκες Hom. = δμῳαί;
2) смертная женщина, т. е. человек (γ. εἰκυῖα θεῇσιν Hom.);
3) замужняя женщина, жена, супруга (γ. αἰδοίη Ὀδυσῆος Hom.; γυναῖκες καὶ παρθένοι Xen.; γ. μήτηρ, οὐκέτι κώρα Theocr.; γ. δὲ χρηστὴ πηδάλιόν ἐστ᾽ οἰκίας Men.): θέσθαι γυναῖκά τινα Hom. взять кого-л. в жены;
4) самка (ἄρρενες καὶ γυναῖκες Arst.).

Frisk Etymological English

γυναικός
Grammatical information: f.
Meaning: wife, woman (Il.),
Other forms: Boeot. βανά (Corinn.), pl. βανῆκας γυναῖκας H.; Cypr. *βονα does not exist (Masson, Inscr, chypr. 1961, 298). Voc. γύναι from *γυναικ, see Schwyzer 582f. The stem γυν-αικ- prob. from adj. *gʷneh₂-iko- (Szemerényi, AION 2 (1960) 13-30; against Lejeune, Rev. ét. anc. 63 (1961) 435).
Dialectal forms: Myc. kunaja /gunai-a/.
Compounds: On the forms of γυνή as second member ἄ- ἀνδρό- κατά- μισό- φιλόγυνος, ἀ- ἡμι- καλλι- ὀρσι- φιλογύναιξ, ἀγύναικος, ἀ- ἡμι- κακο- κατα- μισο- πολυ- φιλογύναιος, ἀ- ἀνδρο- μισο- νεο- πολυ- φιλογύνης Sommer Nominalkomp. 62f. Exceptional γύν-ανδρος hermaphrodite, and γυναι-μανής (Il.). Survey DELG.
Derivatives: Diminut. γυναικάριον (Diokl. Com.), γυναίκιον (Longos), γυναικίσκιον παιδίσκιον H. - γυναικίας m. womanish man (Eup.; as νεανίας); γυναικωνῖτις womens room (Lys.; s. Redard Les noms grecs en -της 110), rare γυναικών (X., as ἀνδρών). - Adj. γυναικήϊος, -εῖος (Od.; as ἀνδρήϊος, -εῖος), γυναικικός (Arist.; as ἀνδρικός), γυναικώδης (Plb.: ἀνδρώδης), γυναικηρός (Diokl. Com.; after πονηρός etc.). - Denom. γυναικίζω, -ομαι behave like a woman (Ion.-Att.) with γυναίκισις (Ar.) and γυναικισμός (Plb.); γυναικόομαι, -όω be, make womanish (Hp.). - Not from γυναικ- γύννις, -ιδος womanish man and γύναιος (cf. δείλαιος), γύναιον woman.
Origin: IE [Indo-European] [473] *gʷen-h₂ woman
Etymology: Old word for woman, wife. Exact agreement in Skt. (Ved.) gnā́ woman, goddess (often disyll.), Av. gǝnā woman. With γυναι- agrees Arm. kanay- in plural kanay-k (nom.) etc.; a -κ- also in Messap. gunakhai γυναικί (?), and NPhr. knaikan, knaiko. - Labiovelar also in Goth. qino (n-stem), OIr. ben (ā-stem) woman, both < *guen-. The full grade, in Greek replaced by the zero grade, seen in Arm. kin, OPr. genna, OCS žena, Skt. jáni-, Toch. A śäṃ B śana, OIr. ben. Zero grade in OIr. ban- (in comp.), gen. sg. mnā (< *bnā-s). Lengthened grade in Goth. qens (i-stem) woman. Original paradigm proterodynmic h₂-stem gʷen-h₂ (seen in Skt. jáni-), gen. *gʷn-eh₂-s. - On μνάομαι woo for ones bride s.s.v.. - Full grade in βενέω, variant of βινέω acc. to De Lamberterie, RPh 65 (1991) 149-160?

Middle Liddell

[Prob. from same Root as γίγνομαι.]
I. a woman, Lat. femina, opp. to man, Hom., etc.; with a second Subst., γυνὴ ταμίη housekeeper, δέσποινα γ., δμωαὶ γυναῖκες, etc., Hom.:—in voc. often as a term of respect, mistress, lady, Theocr.:— πρὸς γυναικός like a woman, Aesch.
II. a wife, spouse, opp. to παρθένος, Hom., Xen.
III. a mortal woman, opp to a goddess, Hom.

Frisk Etymology German

γυνή: γυναικός
{gunḗ}
Forms: böot. βανά (Korinn.), Pl. βανῆκας· γυναῖκας H.; unsicher kypr. βονά (Kretschmer Glotta 5, 266, Schwyzer 275).
Grammar: f.
Meaning: Weib, Frau (seit Il.),
Derivative: Zahlreiche Ableitungen und Komposita, fast alle von dem Stamm γυναικ(ο)- ausgehend und denen von ἀνήρ (ἀνδρο-) parallellaufend. Ausnahmen bilden nur γύννις, -ιδος m. weibischer Mann (A., Ael. u. a.) mit hypokoristischer Gemination und Stammbildung und γύναιος in γύναια δῶρα (Od.), danach φυὴ γυναίη (Mosch. 2, 45); γύναιον n. Frau (att., zärtlich und verächtlich, spät auch = γυνή), vgl. δείλαιος, μάταιος; nicht mit Schwyzer 583 vom Vokativ γύναι); ägäisch ku-na-ja?; außerdem γυναιμανής (Γ 39 usw.) = γυναικομ. (Chrysipp. Stoik., Ph. usw.) nach παλαι-, ἰθαι- usw. — Vereinzelt belegte Deminutiva: γυναικάριον (Diokl. Kom., Epikt. u. a.), γυναίκιον (Longos), γυναικίσκιον· παιδίσκιον H. — γυναικίας m. weibischer Mann (Eup. u. a.; wie νεανίας); γυναικωνῖτις Frauengemach (Lys., Men. usw.; vgl. Redard Les noms grecs en -της 110), selten γυναικών (X., wie ἀνδρών). — Adjektiva: γυναικήϊος, -εῖος (seit Od.; wie ἀνδρήϊος, -εῖος), γυναικικός (Arist. u. a.; wie ἀνδρικός rein gattungsbezeichnend), γυναικώδης (Plb. usw.: ἀνδρώδης), γυναικηρός (Diokl. Kom., Phryn.; nach πονηρός usw.). — Denominative Verba: γυναικίζω, -ομαι sich weibisch benehmen (ion. att.) mit γυναίκισις (Ar., Lib.) und γυναικισμός (Plb. u. a.); γυναικόομαι, -όω ‘weibisch sein bzw. machen’ (Hp., Ph.). — Über die Stammbildung von γυνή als Hinterglied (ἄ- ἀνδρό- κατά- μισό- φιλόγυνος, ἀ- ἡμι- καλλι- ὀρσι- φιλογύναιξ, ἀγύναικος, ἀ- ἡμι- κακο- κατα- μισο- πολυ- φιλογύναιος, ἀ- ἀνδρο- μισο- νεο- πολυ- φιλογύνης) Sommer Nominalkomp. 62f.; zu den Einzelheiten der Flexion Schwyzer 582f.
Etymology : Altes Wort für Weib, Frau, in der Mehrzahl der idg. Sprachen erhalten. Griech. γυνή, βανά, beide mit (verschieden gefärbten) Reduktionsvokalen, haben ein genaues Gegenstück in aind. (ved.) gnā́ unirdische Frau, Göttin (oft zweisilbig gelesen), aw. gənā Frau. Zum unerklärten Stamm γυναι- stimmt arm. kanay- in den Pluralformen kanay-k‘ (Nom.), kanay-s (Akk.); das -κ- hat man in messap. gunakhai γυναικί (?), ebenso in altphryg. bonok (griech. LW?) wiederfinden wollen (Lit. bei Schwyzer 583 m. A. 4). — Der labiovelare Anlaut, der schon aus dem Wechsel γ- und β- zu erschließen ist, wird u. a. bestätigt von got. qino (n-St.), air. ben (ā-St.) Frau, beide aus idg. *gen-. Die Hochstufe, die im Griech. zugunsten der durchgeführten Schwachstufe eliminiert wurde, erscheint noch u. a. in arm. kin, apr. genna, aksl. žena, aind. jáni-, toch. A śäṃ. Dagegen Schwach- bzw. Schwundstufe in air. ban- (in Komp.), Gen. sg. mnā (aus *bnā-s). Außerdem Dehnstufe, z. B. got. qens (i-Stamm) Frau. Weitere Formen bei WP. 1, 681f., Pok. 473f. m. Lit.; s. auch Vieillefond Mélanges Saunier (s. REGr. 57, 267). Wie das ursprüngliche Paradigma lautete, läßt sich nicht mehr feststellen, da überall Ausgleichungen stattgefunden haben. — Nicht hierher μνάομαι freien, sondern zu μέμνημαι, μιμνήσκω; s. Benveniste Sprachgesch. u. Wortbed. 13ff.
Page 1,334-335

Chinese

原文音譯:gun» 句尼
詞類次數:名詞(221)
原文字根:女人 相當於: (אִשָּׁה‎)
字義溯源:婦女*,女人,妻子,婦人,新婦;或源自(γίνομαι)=成因*)。和(γυνή)=婦女,妻子)相對的是(ἀνήρ)=男人,丈夫)。主耶穌的事工似乎不受當時傳統背景的影響,他與來打水的撒瑪利亞婦女談話(約4章)。主耶穌在法利賽人家裏坐席時,接受一個有罪女人抹膏(路7章)。他也醫治了一個被鬼附著病了十八年直不起腰來的女人(路13章)。早期的教會,也有婦女(姊妹)在內( 徒1:14)。約帕有一個女門徒大比大( 徒9:36)。推雅推喇有賣紫布疋的婦人呂底亞,接待保羅等人( 徒16:14)。姊妹非比,是堅革哩教會中的女執事( 羅16:1)。上面那些事實都說明,在神的國裏和神的家中,在基督的身體裏,男人與女人是完全相同的
同源字:1) (γυναικάριον)無知婦女 2) (γυναικεῖος)女人 3) (γυνή)婦女
同義字:1) (γυνή)婦女 2) (θῆλυς)女性
出現次數:總共(217);太(29);可(17);路(43);約(22);徒(19);羅(1);林前(41);加(1);弗(9);西(2);提前(9);多(1);來(1);彼前(3);啓(19)
譯字彙編
1) 妻子(70) 太1:20; 太1:24; 太5:31; 太5:32; 太14:3; 太18:25; 太19:3; 太19:5; 太19:8; 太19:9; 太19:10; 太22:25; 太22:28; 可6:17; 可6:18; 可10:7; 可10:11; 可12:19; 可12:19; 可12:23; 路1:5; 路1:13; 路1:18; 路1:24; 路8:3; 路14:26; 路17:32; 路18:29; 路20:28; 路20:29; 路20:33; 徒5:1; 徒5:2; 徒5:7; 徒18:2; 徒21:5; 林前5:1; 林前7:2; 林前7:3; 林前7:3; 林前7:4; 林前7:4; 林前7:10; 林前7:11; 林前7:12; 林前7:13; 林前7:14; 林前7:14; 林前7:16; 林前7:16; 林前7:27; 林前7:27; 林前7:27; 林前7:29; 林前7:33; 林前7:34; 林前7:39; 弗5:22; 弗5:23; 弗5:24; 弗5:25; 弗5:28; 弗5:28; 弗5:31; 弗5:33; 弗5:33; 西3:19; 提前5:9; 彼前3:1; 啓21:9;
2) 婦人(42) 太11:11; 太14:21; 太15:28; 太15:38; 太22:27; 可7:26; 可12:22; 路7:28; 路13:21; 路15:8; 路20:30; 路20:32; 路20:33; 約2:4; 約4:9; 約4:9; 約4:15; 約4:17; 約4:19; 約4:21; 約4:25; 約4:28; 約4:39; 約4:42; 約8:4; 約8:9; 約8:10; 約8:10; 約16:21; 約19:26; 約20:13; 約20:15; 徒16:14; 彼前3:5; 啓2:20; 啓12:4; 啓12:6; 啓12:13; 啓12:14; 啓12:15; 啓12:16; 啓12:17;
3) 女人(39) 太9:22; 太26:10; 可5:33; 路7:37; 路7:39; 路7:44; 路7:44; 路7:50; 路8:47; 路10:38; 路11:27; 路13:12; 羅7:2; 林前7:1; 林前11:5; 林前11:6; 林前11:6; 林前11:7; 林前11:8; 林前11:8; 林前11:9; 林前11:9; 林前11:10; 林前11:11; 林前11:11; 林前11:12; 林前11:12; 林前11:13; 提前2:9; 提前2:10; 提前2:11; 提前2:12; 提前2:14; 提前3:11; 啓17:4; 啓17:6; 啓17:7; 啓17:9; 啓17:18;
4) 婦女(17) 太5:28; 太27:55; 太28:5; 可15:40; 路1:42; 路8:2; 路23:27; 路23:55; 路24:22; 路24:24; 徒13:50; 徒16:13; 徒17:4; 徒17:12; 林前14:34; 林前14:35; 啓14:4;
5) 妻(7) 太22:24; 可10:2; 可12:20; 路3:19; 路14:20; 路16:18; 路20:28;
6) 一個婦人(6) 太13:33; 可7:25; 約4:7; 約4:27; 徒17:34; 啓12:1;
7) 一個女人(6) 太9:20; 太26:7; 可5:25; 路13:11; 林前11:15; 啓17:3;
8) 女(5) 徒5:14; 徒8:3; 徒8:12; 徒9:2; 徒22:4;
9) 婦人的(3) 提前3:2; 提前3:12; 多1:6;
10) 一個⋯婦人(2) 太15:22; 約8:3;
11) 女人的(2) 林前11:3; 啓9:8;
12) 妻子們(2) 西3:18; 彼前3:1;
13) 女子(2) 路22:57; 加4:4;
14) 夫人(2) 太27:19; 徒24:24;
15) 為妻子(2) 可12:23; 路20:33;
16) 有些婦人(1) 來11:35;
17) 新婦(1) 啓19:7;
18) 一個⋯婦(1) 路4:26;
19) 一個⋯婦人的(1) 徒16:1;
20) 有一個女人(1) 可14:3;
21) 幾個婦人(1) 徒1:14;
22) 一女人(1) 路8:43;
23) 一個妻子(1) 林前9:5;
24) 為妻的(1) 路2:5;
25) 婦女們(1) 路23:49

English (Woodhouse)

γυνή = wife, woman

⇢ Look up "γυνή" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)

Translations

Aasax: maeet, mayeet; Aba: mme; Abanyom: nɛnkal, abakal; Abau: sa, sao; Abenaki: phanem; Abenlen Ayta: babai; Abkhaz: аԥҳәыс; Abu' Arapesh: numata'; Abua: ə̀-nîr, ənmariir; Abung: səbɑy, sə̯bɑy, bɑbːɑi, sɘbɑy; Acatepec Me'phaa: aʔgu; Acehnese: inong; Achagua: íina, íineɻu; Achuar: nuwa; Adyghe: бзылъфыгъ; Afar: barra; Afrikaans: vrou; Agarabi: anaati; Agi: wukora; Ahtna: ts'akae; Ainu: メノコ; Aisi: abi; Akkadian: 𒊩; Aklanon: babáye; Akolet: elim; Akoye: apäki; Akuwagel: sakwoto; Alaba: máncu; Alabama: tayyi; Alak: akan, kan; Albanian: grua, femër; Aleut: ayagax̂; Algonquin: ikwe; Alsea: mukwaˀsli·; Alune: bina; Alutiiq: arnaq; Alviri-Vidari: زینه‎; Ama: noni; Amahuaca: xano; Amal: tal; Amasi: zhyī; Amele: caja; Amharic: ሰበይቲ, ሴት; Amondawa: kunhangwera, kunha; Anaang: ékà, nwáán; Angolar: mengai; Anmatyerre: arelhe; Annobonese: miéle, námay; Antigua and Barbuda Creole English: uman; Antillean Creole: madanm, fanm; Anuki: wavine; Anus: mofin; Anuta: papine; Ao: ánítì; Apiaká: koñá; Apinayé: ni, mẽnija; Apurinã: sytu, suto; Aputai: inan; Arabic: اِمْرَأَة‎, الْمَرَأَة‎, نِسَاء‎; North Levantine Arabic: مرة‎; Egyptian Arabic: ست‎; Moroccan Arabic: مرا‎; Aragonese: muller; Araki: p̈ira; Aramaic:; Classical Syriac: ܐܢܬܬܐ‎; Arapaho: hisei; Archi: лъоннол; Are: babine; Arhuaco: aʔmía; Ari: atogi; Arifama-Miniafia: babin; Arikara: sápat; Armenian: կին; Aromanian: muljari; Arosi: urao; Aruop: simi; Ashéninka Perené: kooya; Assamese: মাইকী মানুহ; Assiniboine: wįyą; Asturian: muyer; Asumboa: aimiɔ; Atakapa: kic; Atikamekw: iskwew; Atong: gawi; Au: mite; Aukan: uman, mama; Avikam: sì; Awa-Cuaiquer: aʃampa; Awadhi:,,,; Awtuw: taləran; Ayabadhu: wethemu; Aymara: palla; Aynu: zen; Azerbaijani: qadın, xanım, civi; Bagusa: is; Bakhtiari: زینه‎; Baldemu: ŋgǎsā; Balinese: luh, istri; Baluchi: جن‎; Bambam: baine; Bambara: muso; Bamu: orobo; Baniwa: ína-ro; Banjarese: binian; Bankon: mùùtǎŋ; Bantawa: म; Barasana: bãs-ṍ, rõbĩ-õ; Barbareño: eneq; Bardi: oorany; Bargam: aw; Bari: nakwan; Bariai: taine; Bariji: aweta; Barok: une; Barí: bioɾə; Bashkir: ҡатын; Basque: andre, emakume; Batad Ifugao: babāi; Batu: nyìnà, nyìnò; Bau: aid; Baure: eton; Bauro: urao, hehene; Bavarian: Wei; Beezen: ókwóp; Belarusian: жанчы́на, жана́, ба́ба, кабе́та, кабе́ціна; Belizean Creole: uman; Bende: mukeéma; Bengali: নারী; Berber:; Tashelhit: tamɣart, tawtmt; Berbice Creole Dutch: jɛrma; Betoi: ro; Biak: bin; Bibaali: ṇséê; Biem: ain; Bih: pine; Bikol Central: babaye, babayi; Bilbil: pain; Biliau: paen; Biloxi: ąxti; Bilua: reko; Bilur: vaina; Binukid: bahi; Bislama: woman, wuman; Bitare: okasə, bikasə; Blackfoot: aakíí; Bogaya: imya; Bole: mondu; Bonggo: mofin; Bora: kʷatʃe; Borôro: aredu; Boselewa: vavine; Bourguignon: fonne; Breton: maouez; Bughotu: vaivine; Buginese: makkunrai; Buhutu: waihin; Bukawa: awhê; Bukiyip: élmatok; Bukusu: khasi; Bulgarian: жена́; Buli: nipowa; Buli: maping; Bulu: minga; Bulu: tavine; Bunama: wahine; Burmese: မိန်းမ, အမျိုးသမီး; Buwal: wala; Bwaidoka: vavine; Bwanabwana: waine; Bwatoo: tramo; Cacua: jad⁴, jad⁴ wili⁴; Caddo: náttih; Cahuilla: níchill; Caka: bɔtu, bwɔtu; Camarines Norte Agta: séel; Cameroon Pidgin: wuman; Camsá: ʃembása; Carapana: 'kã́-bãsó-co; Carijona: weri'tʃi; Casiguran Dumagat Agta: bebe; Catalan: dona; Catawba: inya; Cavineña: epuna; Cayuga: a·gǫ̀·gweh; Cebuano: babaye; Cemuhî: tóomwó; Central Bai: yvnxyind; Central Bontoc: babái; Central Cagayan Agta: babbay, babae; Central Pomo: má·t̪a; Central Sierra Miwok: osa; Central Tunebo: wiw̃ara; Ch'orti': ixik; Chachi: ʃinbu; Chagatai: حاتون‎; Chaha: ምሸተ; Chamicuro: molota; Champenois: fanme, fonme, fomme; Chavacano: muher; Chayahuita: sanapiri; Chechen: зуда; Cherokee: ᎠᎨᏴ; Chewong: kokn; Cheyenne: hē'e; Chichewa: mkazi; Chichicapan Zapotec: gunna'h; Chickasaw: ihoo; Chimila: júŋwiriʔ; Chimwiini: muke; Chinese:; Cantonese: 女人, 女性; Dungan: нүжын, фунү; Hakka: 女人; Mandarin: 婦女, 妇女, 女人, 女性, 女的; Min Dong: 女界; Min Nan: 查某人, 女人, 女性; Teochew: 查某人, 姿娘; Wu: 女人, 女性; Chinook Jargon: klootchman; Chiquihuitlán Mazatec: chjuun; Chiquimulilla: aʔyāj; Chiricahua: ’isdzán; Chitimacha: kitca, kica; Choctaw: ohoyo; Chrau: ur, ʔuːr; Chukchi: ӈэвысӄэт; Chuukese: feefin, nemin; Chuvash: хӗрарӑм; Cimbrian: baip; Cinta Larga: wanzét; Coast Miwok: kûlêyî, kûlêyis; Coatzospan Mixtec: ñā dɨhɨ; Cocama: wáina; Cocopa: sʔak; Cogui: múnʒi; Coos: hú·ʷis; Copainalá Zoque: yomo; Coptic: ⲥϩⲓⲙⲉ; Cora: ukarih; Cornish: benyn; Corsican: donna, ronna, lonna; Cree: ᐃᐢᑫᐧᐤ; Creek: hoktē; Crimean Tatar: bike, qadın; Crow: bía; Cruzeño: hemute; Cubeo: põ'ẽ́-ko, dõbĩ'ṍ; Cuiba: petsiríwa, jabɨ́-jo; Culli: ahhi; Curripaco: iinaro; Czech: žena; Daasanach: minni; Dakota: wįyą; Dalmatian: dona; Danish: kvinde; Darkinjung: ñukung; Dawawa: wavine; Day: vōō; Deccani: عورت‎; Deg Xinag: nq'ołonh; Dena'ina: k'isen; Dení: amunehe; Desano: dõ'bẽ́o; Dhivehi: އަންހެންމީހާ‎; Dia: yuː; Dibiyaso: tawɔi; Dilling: eli; Dime: amze; Diodio: vavine; Dobu: waine; Doga: babine; Dogrib: ts'èko; Dongolawi: ɛ̄n; Dorig: rqa; Drehu: föe; Duau: wahine; Dumi: mitsɨm; Dupaningan Agta: babbey; Dutch: vrouw; Duwet: ʔaih; East Central German: Froo; East Futuna: fafine; Eastern Arrernte: arelhe; Efik: ŋwan; Efutop:̄jɛ̄nkán, àbàkán; Ega: ɔsɪ, ɛsɪ; Egyptian: ; z; t B1; , ; N41; t B1; , ; z; t; N41 t B1; ; Ekajuk: nəkɑl, ɑbəkɑl, nɛːkɑl, ɑnʌpkɑl, nɛnkɑl, ɑnʌpkɑl; Elfdalian: kelingg; Elkei: matal; Eman: yɑto; Emberá-Catío: wẽ́ɾã; Emberá-Chamí: wẽ́rã; Emberá-Tadó: wẽ́ɾã; Emerillon: waiwi; Emilian: dòna; Ende: fai; Epena: wẽ́ɾã; Ese Ejja: epona; Esimbi: mɔ̀ŋgúlú; Esperanto: virino; Estonian: naine; Eton: mìnŋgá; Evant: ɔkɑs; Ewe: nyɔ́nu; Extremaduran: mujel; Fagani: hehene; Fala: mullel; Faroese: kona, kvinna, konufólk, kvennmaður; Fijian: marama; Finnish: nainen; Folopa: so; Fon: nyɔ̆nù; Fox: ihkwêwa; Franco-Provençal: femèla, fena; French: femme; Middle French: femme, dame; Friulian: femine; Fula: debbo; Fulniô: čáyi; Futuna-Aniwa: fine; Fuyug: amul; Gabadi: vavine; Gagadu: njinggooduwa; Gagauz: karı; Galician: muller; Gallo: fom; Gapapaiwa: wavine; Gedaged: pain; Gela: vaivine; Georgian: ქალი, დედაკაცი, ბანოვანი, დიაცი; German: Frau, Weib; Alemannic German: Frau; Rhine Franconian: Fraa; Ghari: ndaki; Ghayavi: wavine; Gidar: ɗák; Gilbertese: aine; Girawa: asik, asir; Gobasi: uliyo; Goemai: mɑ̀t; Golin: abal; Gooniyandi: goornboo; Gothic: 𐌵𐌹𐌽𐍉; Gottscheerish: vrāgə; Grass Koiari: mavi; Greek:; Ancient Greek: γυνή; Modern: γυναίκα; Mycenaean: 𐀓𐀙𐀊; Greenlandic: arnaq; Grenadian Creole English: uman; Gros Ventre: hiθã, 'íθaa'; Guahibo: petíri-waː; Guajajára: ihya'u, kuzà; Guambiano: iʃuk; Guanano: numi; Guaraní: kuña; Guayabero: puwís; Guazacapán: muẍáya; Guianese Creole: fanm, mandam; Guinea-Bissau Creole: minjer; Gujarati: સ્ત્રી; Gullah: ooman; Gumatj: baṯami; Gweda: wavine; Haida: jáadaa; Haitian Creole: fanm; Hamtai: äpaka; Hanunoo: babáyi; Harsusi: teṭ; Hausa: mace, mata; Hawaiian: wahine; Hazaragi: خاتون; Hdi: marakw; Hebrew: אישה \ אִשָּׁה‎; Hidatsa: mia; Highland Totonac: puscāt; Hiligaynon: babáye; Hindi: महिला, नारी, स्त्री, औरत, खातून, ख़ातून, जन, जनानी; Hinukh:; Hiw: yeqën; Hoava: kalaho; Hopi: wùuti; Hote: avi; Hoyahoya: kiwolu; Huehuetla Tepehua: t'akuʔ; Hungarian: nő, asszony; Hunsrik: fraa; Hupa: aat; Hupdë: tãʔãjd; Iamalele: vavine; Iau: si; Icelandic: kona, kvenmaður; Iceve-Maci: okye, okɛɣ; Ida'an: liun; Ido: muliero, homino; Ignaciano: esena; Imonda: agõ; Indo-Portuguese: mulher, molhara, molja, mujá; Indonesian: perempuan, wanita; Inebu One: piːni; Ineseño: eneq; Inga: warmi; Ingrian: nain; Interlingua: femina; Inuktitut: ᐊᕐᓇᖅ, arnaq; Ipulo: ɑt; Iraqw: /ameeni; Irish: bean; Old Irish: ben, bé; Isan: ญิง; Islander Creole English: uman; Isnag: babáy; Istriot: duona; Istro-Romanian: muľerĕ; Isubu: mwaitu; Italian: donna; Itawit: babáy; Itzá: ixchʼup; Iwam: wik; Ixil: ixoj; Iyive: okɑs; Izon: eré; Jabutí: paku; Jamaican Creole: ooman; Jamamadí: fana; Jaminjung: marlayi; Janday: gin; Japanese: 女の人, 女, 女性, 女人; Jarai: đah-kơmơi; Javanese: wadon, wedok, wanita; Jebero: shaya', ku'a'per; Jehai: baboʔ; Jemez: ˀówa; Jersey Dutch: vrow; Jingulu: nayu; Jola-Fonyi: asɛk; Juǀ'hoan: dshàú; Kabuverdianu: mudjer; Kadaru: ilḍo, eldo; Kadiwéu: iwaalo; Kaera: umux; Kahua: hehene; Kaiep: main; Kaingang: ũn tỹtá; Kairiru: moin; Kakabai: wavine; Kala Lagaw Ya: yipkaz, ipikaz, ipka(i), ipika(i); Kaluli: keisale; Kamasau: nyumbueg; Kamayurá: kuyã; Kambera: kawini; Kamula: eya; Kandas: ino; Kaninuwa: vivine; Kankanaey: babái; Kannada: ನಾರಿ, ಸ್ತ್ರೀ, ಹೆಂಗಸು; Kanoé: e; Kansa: wak'ó; Kanufi: uwa; Kap: tamiŋ; Kapampangan: babái, babayi; Kaqchikel: ixöq; Kara: tefin; Karachay-Balkar: тиширыў; Karajá: hawyy; Karawa: telou; Karelian: naine, akku; Karipúna Creole French: fam; Karitiâna: nhõnso; Karok: asiktávaan; Kashubian: białka; Kaska: gedeni; Kaskihá: vavina; Kasua: kesale; Kathlamet: aqakílak; Kato: tc'ek; Kawaiisu: momoˀo; Kaxararí: šampï; Kayabí: kũjã; Kayardild: maku; Kazakh: қатын, әйел; Keapara: vavine; Kedang: areq; Kein: air; Kerewo: obo; Khanty: ими, нє, нєхуят; Khmer: ស្រី, ឃរណី; Khowar: kimeri‎; Kilivila: vivila; Kinikinao: sêno; Kirikiri: ko; Kis: win; Kitsai: cakwákt; Klamath-Modoc: sn'eweets; Koasati: tayyí; Koho: ʔur; Kokota: nakodou; Koluwawa: vavine; Kom: wi; Kombio: maken; Komering: bɑy, obɑy, sobɑy; Komodo: ata wine; Konomala: fafni; Konomihu: kihínàpxī́k; Korean: 여성), 계집, 여자), 녀성, 녀자, 여인, 녀인; Koreguaje: pãi-o, 'romi-o; Korlai Creole Portuguese: mulɛr; Koronadal Blaan: libun; Kott: alat; Kovai: pangar; Kove: tamine; Koyra Chiini: woy; Koyraboro Senni: woy; Kpasam: ṇswêɛ̂; Krio: uman; Kriol: wumun, wuman, gel, olgamen, olgumen, rabish; Kristang: muleh, mulé; Krobu: sì; Kua-nsi: ʔɿ⁵⁵nɯ⁵⁵; Kuamasi: zua²¹ma²¹zu²¹; Kumak: thaamwa; Kuman: ambu; Kurdish:; Central Kurdish: ژِن‎, ئافرەت‎; Laki: ژەن‎, ئافرەت‎; Northern Kurdish: jin, afret; Southern Kurdish: ژِن‎, ئافرەت‎; Kutenai: pałkiy; Kwaio: geni; Kwaza: tay; Kwerba: is; Kwoma: miːma; Kyrgyz: аял; Label: hane; Ladin: femena, ëila; Ladino: mujer; Lahu: mâ; Lake Miwok: pôtsi, p̓ócci; Lakota: wíŋyaŋ; Lama Bai: jɯ̃³³jĩ²¹; Laboya: lawai; Lamma: manne; Lampung Api: bɑi, bɑy, bəbɑi, bəbɑy, səbɑy, bubːɑi, bəbɜy, bɑibɑi, bəbːɑi, səbɑi; Lao: ຜູ້ຍິງ; Larike-Wakasihu: rupae; Latgalian: sīvīte; Latin: fēmina, mulier; Latvian: sieviete; Lavukaleve: aira; Lawangan: bawe; Ledo Kaili: mombine; Leonese: muyer; Lepcha: ᰊᰣᰤᰪ; Lezgi: паб; Li'o: fai; Ligurian: donna; Lillooet: s-yáqcaˀ, s-múɬac; Limburgish: vrouw, vrommesj; Limilngan: uginy; Lingala: mwasi; Lithuanian: moteris; Livonian: nai; Lo-Toga: leqëvine; Lombard: dona, femna; Loniu: pihin; Lorrain: fomme; Lote: héi; Lou: pein; Louisiana Creole French: fam, fenm; Lovono: nene; Low German: Fro, Fru; Lower Tanana: tr'axa; Luganda: omukazi 1; Lushootseed: sɬádəyʔ; Luvale: pwevo; Luxembourgish: Fra; Lü: ᦍᦲᧂ; Ma'anyan: babei; Ma'di: ízí; Macaguán: warapénɨ; Macedonian: же́на; Macuna: bãs-õ, rõbĩ-õ; Madak: tikin; Magori: vaini; Mahican: pchanum; Makah: xad'ak; Makalero: tufuraa; Malagasy: barera; Malalí: ajente; Malay: wanita; Malayalam: സ്ത്രീ, പെണ്ണ്, വനിത, മഹിള; Malecite-Passamaquoddy: ehpit; Malila: lyantanda; Maltese: mara; Mamasa: baine; Manam: aine; Manchu: ᡥᡝᡥᡝ; Mandan: mihe; Mandar: tobaine; Mandara: vevine; Mangarevan: ahine, veine, toaahine; Manipuri: nupi; Manx: ben; Maori: wahine; Maranao: bebay; Maranungku: peku; Marathi: बाइको, स्त्री; Maratino: chiguat; Margi: mala; Maricopa: sny'ak; Masakará: ihntá; Massachusett: squàws; Matlatzinca: xúwi; Mato: hain; Matsés: chido; Matukar: pain; Mauwake: emeria; Maxakalí: ũn; Maybrat: fai; Mazanderani: زنا‎; Mbula: waine; Mbyá Guaraní: kunha; Medebur: wain; Media Lengua: warmi; Megleno-Romanian: muľári; Mehek: tawa; Mehri: tēṭ; Mele-Fila: te-fine; Menya: apäkä; Meramera: tavine; Merei: lepne; Mesaka: nálɛ́; Mfumte: bwǿ; Mi'kmaq: e'pit, ebit; Miami: mitemohsa; Mian: unáng; Midob: ìddì; Mina: wàl; Minaveha: vavine; Mindiri: pen; Minica Huitoto: rɯ́-ŋo; Minigir: vavina; Mirandese: mulhier; Misantla Totonac: sinaat; Miyako: midun; Mmani: nɔ̀làkán; Mo: mafani; Mochica: mecherque; Mòcheno: baib; Mohegan-Pequot: sqá; Molima: vavine; Mondé: wanzet; Mongghul: nine kun; Mongolian: эм, эхнэр, эмэгтэй хүн, эмэгтэй; Mopan Maya: chʼup; Mori Atas: irowai; Mota: vavine; Motu: hahine; Mountain Koiari: keate; Mubami: ifa; Muduapa: tavine; Muinane: gáí-go; Muna: roɓine; Mundari: कुड़ि; Munsee: oxkwéew; Murui Huitoto: rɯ-ɲo; Mussau-Emira: vause; Muyuw: vin; Mwani: mwanamuka; Mwotlap: lōqōvēn; Nabi: ri; Nahuatl:; Classical: cihuātl; Mecayapan: sihua̱'; Northern Puebla: sihuatl; Nakanai: tavile; Nali: pihin; Nama: darekhues; Nambikwara: txu¹su²; Nanticoke: ochquau; Narragansett: squaw; Nauna: pehin; Navajo: asdzáán, asdzą́ą́; Navarro-Aragonese: muller; Nawaru: aweta; Nawathinehena: hihi'i; Nde-Nsele-Nta: ɑ̄ːbɑ̄kɑ́ː, mʌ̄nkɑ́ː, abaːkaː, mànkàː, mɑ̄nkɑ́ː, ɑ̄bɑ̄kɑ́ː; Neapolitan: femmena; Nehan: kuah; Nepali: आइमाई, स्त्री; Neverver: vin; Nez Perce: ˀá·yat; Ngadha: fai; Ngarrindjeri: mimini; Ngazidja Comorian: mzaɗe 1 or 2; Ngiemboon: nzwě; Nicaraguan Creole: uman; Nigerian Pidgin: wuman; Nihali: kol; Nimoa: vaini; Nisenan: kyle; Niuean: fifine; Niwer Mil: fifin; Nkem-Nkum: nɛnkal, abakal, nɛnkɑl; Nnam: nləkɑl; Nomatsiguenga: tsínané; Nootka: łuucmaa; Norman: faume, fâme, femme, foume, fenme; North Frisian: wüset; North Marquesan: vehine; North Muyu: wonong; Northern Bai: ȵõ⁴⁴nɛ⁴⁴tɕi³¹ȵi³¹; Northern Emberá: wẽ́ɾã; Northern Ohlone: mukurma; Northern Paiute: mogoˀni; Northern Pomo: mata; Northern Sierra Miwok: ûsûû, ˀos·a; Northern Thai: ᨬᩥ᩠ᨦ; Norwegian:; Bokmål: kvinne or, dame or; Nynorsk: kvinne, dame; Nottoway: ekening; Novial: fema; Nubi: marya; Nukak Makú: nɨ⁴mat¹; Nukuoro: hahine; Nungon: oe; Nyankole: omukazi 1; Nzadi: okáàr; Nüpode Huitoto: rɯ́-ŋo; O'odham: 'oks, 'uwĭ; Obispeño: tsiyuʟ; Ocaina: maami; Occitan: femna; Ojibwe: ikwe; Oki-No-Erabu: 女子; Okinawan: 女子; Old Catalan: dona; Old Church Slavonic:; Cyrillic: жена, ба̏ба; Glagolitic: ⰶⰵⱀⰰ; Old East Slavic: жена; Old English: wīf; Old French: fame, fam, dame; Old Leonese: muyer; Old Norse: kona; Old Nubian: ⲉⲧ̅ⲧ-; Old Occitan: domna; Old Portuguese: moller, muller, dona; Old Prussian: genā; Old Tupi: kunhã; Olo: moːto; Oneida: yakukwé; Ongota: ˀayma; Onobasulu: ido; Ontong Java: hine; Orejón: dõbĩ-o, nomio ago; Osage: wakˀó; Ossetian: ус; Otank: ɔkwɑs; Otomaco: ugua, ondua; Ottoman Turkish: خاتون‎, قادین‎, زن‎, عورت‎; Paama: ahin; Pahi: tawa; Paiwan: vavayan; Palawan Batak: baba'i, babáʔi; Palenquero: mujé; Pali: itthi; Palu'e: wai; Pamosu: epiov; Panare: wïnkïj; Panim: aid; Papapana: maunu; Papiamentu: muhé, muher; Papora: pai; Parakanã: koxoa; Pare: mche; Pareci: ohiro; Pará Arára: pumiɛ; Pashto: ښځه‎; Patpatar: hahin; Paumarí: gamo; Pawnee: capaat, capat; Pele-Ata: sema; Pemon: wiɾiʔ; Penchal: pehin; Penobscot: phanem; Pero: kpéemùn; Persian: زن‎, خانم‎; Piapoco: inanái; Picard: fanme, féme, feume; Pichinglis: human; Piedmontese: fumna; Pijin: woman; Pileni: hahine; Pima Bajo: okosi; Pipil: siwat, cihuat; Piratapuyo: dũ'bĩ-dõ, bãsõ-dõ; Piscataway: azquaen; Pitjantjatjara: minyma, kungka; Plains Miwok: ˀəsə·ˀəh; Playero: petíri-wa; Poitevin-Saintongeais: femme; Pokangá: bóhó-kó, dõbĩ́ṍ, dũbĩ'õ; Polish: kobieta, żona, kobiecina; Portuguese: mulher; Potawatomi: kwé; Powhatan: krenepo; Principense: mye; Puinave: den; Punjabi: ਔਰਤ; Purepecha: wárhiti, 'warhi; Puyuma: babayan; Páez: uʔj; Quapaw: waxˀó; Quechua: warmi; Quileute: wisatʼsó·pat; Quiripi: squah; Rabha: méca; Raga: vavine; Rama: kuma; Ramoaaina: tabuan; Rapa Nui: vahine; Rarotongan: va'ine; Rasawa: kuru; Rendille: arame; Rennellese: hahine; Reshe: u-dono; Resígaro: ináadó; Rikbaktsa: wytyk; Romagnol: dona; Romani: ʒuvli, romnyi, gazhi; Romanian: femeie, muiere, doamnă; Romansch: duonna, femna; Ronji: pain; Roro: babine; Rotokas: riakova; Rukai: ʔavai; Russian: же́нщина, жена́, ба́ба; Rusyn: жена́; Saanich: SȽÁNI; Sabu: mobeni; Salinan: litse; Sami:; Inari: nissoon; Northern: nisu; Pite: kujdna; Skolt: neezzan; Southern: nyjsenæjja; Samo: sobo; Samoan: fafine; San Juan Atzingo Popoloca: tjan³, tja³chjin³, chjin³, nchra¹; San Miguel el Grande Mixtec: ñãʔã; San Pedro Amuzgos Amuzgo: tzaⁿskù; San Pedro Quiatoni Zapotec: bendxa'p; Sangir: bawine; Saniyo-Hiyewe: taune; Sanskrit: स्त्री, महिला, नारी; Santali: ᱛᱤᱨᱞᱟᱹ; Saramaccan: mujɛ́ɛ; Sardinian: dòna; Sasak: nina; Sauraseni Prakrit: इत्थी; Savosavo: adaki; Scots: wumman; Scottish Gaelic: bean, boireannach; Sechura: cuctum, cucatama; Secoya: dõmĩ-'o, 'pãĩ-o; Seimat: hehin; Sepa: waine; Sera: tamein; Serbo-Croatian:; Cyrillic: жена; Roman: žena, bȁba; Seta: pin; Seychellois Creole: fanm; Shan: ယိင်း; Shawnee: kweewa; Shehri: teṭ; Shona: mukadzi; Shoshone: waipe; Siar-Lak: fain; Sicilian: fìmmina; Sika: bai; Sikaiana: hahine; Silesian: kobiyta; Sinacantán: ayala; Sinaugoro: vavine; Sindhi: زال‎; Sinhalese: ගෑනි; Sio: taine; Siona: dõ'mĩ-go, 'bãĩ-go; Sipakapense: ixoq; Siriano: bã'sá-kó, dõ'bẽ́-ṍ; Siroi: pino; Sissano: tamein; Slovak: žena; Slovene: ženska, žena; Sobei: mefne; Sochiapam Chinantec: cá²mɨ³; Somali: naag; Sonaga: zo²¹ma²¹; Soo: gwas-at; Sorbian:; Lower Sorbian: žeńska, žona; Upper Sorbian: žona, žónska; Sori-Harengan: bibiŋ; Sotho: mosadi; South Marquesan: vehine; Southeastern Puebla Nahuatl: tekomare; Southeastern Tepehuan: 'uví; Southern Bai: nɛ̃³³ni²¹; Southern Ohlone: mucurma; Southern Ohlone: mucurma; Southern Sierra Miwok: ˀoh·a-, pócci; Southern Yukaghir: paj; Spanish: mujer; Old Spanish: mugier; Sranan Tongo: frow, uma; Suabo: órewo; Suau: waihin; Sumerian: 𒊩; Sundanese: awewe, istri, wanoja; Sunwar: मिश; Swahili: mwanamke; Swedish: kvinna; Saliba: ɲaaxu; Sãotomense: mwala; Sylheti: ꠛꠦꠐꠤ; Tabo: kamena; Tagalog: babae; Tahitian: vahine; Tajik: зан; Takia: pein; Takuu: ffine; Talise: vaivine; Talysh: ژن‎, ژن‎; Tamil: பெண்; Tanimbili: noviña; Tanimuca-Retuarã: rõbõ, rõbĩti-ka; Taos: łȉwéna; Taparita: oncañe; Taraon: miyã; Tariana: ʔína, inaru; Tarifit: ṯameṭṭouṯ; Tarok: ùcár; Taroko: mqedin; Tarpia: mupin; Tataltepec Chatino: kuna⁴ʔa̱⁴³; Tatar: хатын; Tatuyo: 'kã́-bã'hṍ-ko; Taupota: wavine; Tausug: babai; Tawala: wawine, keduluma; Tawasa: néăh; Tayo: fam, ño; Teanu: emele; Telugu: ఆడది, స్త్రీ, మహిళ; Tenharim: kunha; Teribe: walë; Tetum: feto; Tezoatlán Mixtec: ñaha; Thai: ผู้หญิง, ญิง; Tiang: ten; Tibetan: སྐྱེས་དམན, བུད་མེད; Tigrinya: ሰበይቲ, ሴት; Timucua: nia; Tipai: nyech'ak; Tiri: mwîê; Tiruray: libun; Titan: pein; Tiv: kwɑse; Tlahuica: wuetxu; Tlingit: ša'wát, shawút; To'abaita: kini; Tocantins Asurini: kósoa, hée; Tocharian A: śäṃ; Tocharian B: śana, klyiye; Tok Pisin: meri; Tolai: vavina; Tommo So: yàaná; Tongan: fefine; Tonkawa: gwa·n; Torau: baine; Toro: afiya; Torres Strait Creole: oman, gel; Totoro: iʃuk; Transylvanian Saxon: Frä; Trimuris: ih; Trinitario: seno; Trumai: di; Tsafiki: sona; Tsakonian: γουναίκα; Tsimané: phen; Tsimshian: hana'a; Tsonga: wansati; Tswana: mosadi; Tucano: bãsṍ, dṹbĩ́ṍ; Tukang Besi North: wowine; Tukang Besi South: wowine; Tuki: okótó; Tulu-Bohuai: pihin; Tumleo: tamen; Tundra Nenets: не; Tungag: aina; Tunica: nuxtci; Tunjung: wawe; Tupinambá: kunhã; Turkish: kadın, hatun, bayan, gacı, cıvır; Turkmen: aýaal, heleý, zenaan; Tuscarora: kanę̀·węˀ; Tuvaluan: fafine; Tuvan: херээжен, кадай, эшпи; Tuyuca: baso-'kó, dũbĩ'ṍ; Tz'utujil: ixoq; Tzeltal: 'anc; Tzotzil: ants; Ubir: jever; Udihe: анта; Udmurt: кышномурт; Ugaritic: 𐎀𐎘𐎚; Ukrainian: жі́нка, жона́, ба́ба; Ulau-Suain: tein; Unami: xkwe; Uneapa: tavine; Unserdeutsch: Frau; Ura: yarvin; Urarina: eene; Urat: tuwei; Urdu: عورت‎, ستری‎, ناری‎, مہیلا‎, خاتون‎; Uru-Eu-Wau-Wau: kunhangwera, kunha; Urubú-Kaapor: kunjã, mirixo; Uyajitaya: ajau; Uyghur: ئايال‎; Uzbek: ayol; Venda: musadzi; Venetian: fémena, siora; Veps: naine; Vietnamese: phụ nữ, đàn bà; Vilamovian: fraoj, bōw; Volapük: jimen, vom; Vurës: reqe; Wab: pain; Wagi: as; Wakhi: könd; Wala: geli; Wallisian: fafine; Walloon: kimere, feme; Wandamen: babin; Waray-Waray: babáye; Wardaman: bangbun; Warekena: neyawa; Waris: ungevlirini; Warlpiri: karnta; Warungu: warrngo; Wauja: toneju; Wayampi: wajwĩ, waĩwĩ; Wayuu: hiérɨ; Wedau: wavine; Welsh: benyw, dynes; West Coast Bajau: pedendoon; West Frisian: frou, wiif; West Tarangan: konar; Western Apache: isdzánhń, izdzán; Western Bukidnon Manobo: bahi; Western Panjabi: عورت‎; White Hmong: pojniam; Wichita: kaahiik'a; Wiwa: mena; Wogeo: veine; Woleaian: faifil; Wolio: bawine; Wolof: jigéen; Worora: wangayinya; Woun Meu: ɯɯi; Wuvulu-Aua: pifine; Xhosa: umfazi; Xingú Asuriní: kuñỹ, mirika; Yaa: ǹ-khéĕto, ǹ-khéĕtu; Yagaria: a'; Yakkha: mamu; Yanesha': coyanesha'; Yanomamö: suwë; Yaqui: hámut; Yareba: aweta; Yareni Zapotec: nuila; Yawuru: jarndu; Yelogu: mijowi; Yeyi: kazi; Yiddish: פֿרוי‎; Yidiny: buɲa; Yimas: narmaŋ; Yola: mawen; Yoron: 女子; Yorta Yorta: marrai; Yoruba: obìnrin; Yucatec Maya: ko'olel, xba'al; Yucuna: inanáru; Yukpa: woréʔpa; Yup'ik: arnaq; Yurumanguí: quitina; Yurutí: baso'kó, 'dṍbĩõ; Yámana: kípa; Zaghawa: bago; Zande: de; Zangskari: པུམོ; Zazaki: cıni, ceni, cenî; Zealandic: vrouwe, wuuf; Zhuang: caeuzyah, dihmeh, dozyah; Zoogocho Zapotec: no'ol, nool; Zulu: umfazi 1 or 2; ǃXóõ: tâa qáe