ξυπολυσιά

From LSJ

δυσφορέω περὶ τὰς ἀναστάσιας → feel ill on getting up

Source

Greek Monolingual

και ξυπολησιά, η ξυπόλυτος
η κατάσταση του ανυπόδητου, του ξυπόλυτου.