Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάσταση

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η (AM κατάστασις) καθίστημι
ο τρόπος ύπαρξης, ο τρόπος κατά τον οποίο υπάρχει κάτι σε ορισμένο τόπο ή χρόνο
νεοελλ.
1. οι φυσικές ή κοινωνικές ή άλλες συνθήκες σε δεδομένη στιγμή
2. φυσ. η βασική μορφή τών υλικών σωμάτων ως στερεών, υγρών, αερίων, πλάσματος («αέρια κατάσταση»)
3. στρ. θέση σε σχέση με την υπηρεσίακατάσταση διαθεσιμότητας»)
4. κατάλογος ή πίνακας με ονόματα προσώπων ή πραγμάτων
5. φρ. α) «κατάσταση πολιορκίας» — κρίσιμη στιγμή που για την αντιμετώπισή της πρέπει να ληφθούν έκτακτα μέτρα
β) «είμαι σε κατάσταση» — είμαι σε θέση, μπορώ να
γ) «η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο» — οι συνθήκες ζωής κατάντησαν ανυπόφορες
δ) «πολιτική κατάσταση» — το σύνολο τών πολιτικών ζυμώσεων και οι διαφοροποιήσεις που προέρχονται από αυτές
ε) «οικονομική κατάσταση» — τα οικονομικά του κράτους ή διαφόρων ατόμων
στ) «ατμοσφαιρική κατάσταση» — οι καιρικές συνθήκες
ζ) «εμπόλεμη κατάσταση» — οι συνθήκες που επικρατούν μετά την κήρυξη του πολέμου
η) «κατάσταση πραγμάτων» — όπως είναι τα πράγματα
θ) «δεν είναι κατάσταση αυτή» — για κάτι που δεν είναι δυνατόν να γίνει ανεκτό πλέον
ι) «κατάσταση προσώπου» — η θέση που κατέχει το άτομο στο Δίκαιο από την άποψη της προσωπικότητας, δηλ. της ικανότητας να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
αρχ.
1. διάταξη, σύσταση, εγκαθίδρυση
2. η εγκαθίδρυση σε κάποιο αξίωμα, η εγκατάσταση τών αρχών
3. (στην Αθήνα) η εκλογή και κατάταξη τών πολιτών στους ιππείς καθώς και το χρηματικό ποσό που έπαιρναν από το δημόσιο ταμείο για εξάρτυση του αλόγου
4. παρουσίαση, εισαγωγή ξένων πρέσβεων ενώπιον της βουλής ή του δήμου
5. η υπεράσπιση μιας υπόθεσης, συνηγορία
6. εξιστόρηση
7. καθησύχαση, καταπράυνση, ηρέμηση
8. μανία
9. επανόρθωση, αποκατάσταση
10. ανάταξη
11. (ρητ.) ο καθορισμός της υπόθεσης, το πρώτο μέρος της διήγησης μετά το προοίμιο στο οποίο ο ρήτορας κατατόπιζε τους δικαστές για την υπόθεση
12. σταθερότητα, διατήρηση
13. η τοποθέτηση στρατευμάτων στη μάχη
14. γραμμ. σύνταξη
15. φρ. «κατάσταση ἐγγυητῶν» — το να παρέχει κάποιος εγγυητές.