φλεβογράφος

From LSJ

πένης ὢν τὴν γυναῖκα χρήματα λαβὼν ἔχει δέσποιναν, οὐ γυναῖκ' ἔτι → a poor man getting rich turns his wife into his boss, not his wife any more

Source

Greek Monolingual

ο, Ν
ιατρ. όργανο με το οποίο λαμβάνεται το διάγραμμα του φλεβικού σφυγμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φλέβα + -γράφος].