ἔκτοκον

From LSJ

ἕτερος ἐξ ἑτέρου σοφός τό τε πάλαι τό τε νῦν → one gets his skill from another, now as in days of old

Source

German (Pape)

[Seite 782] τό, Sproß, Ael. H. A. 10, 14.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
rejeton.
Étymologie: ἐκτίκτω.

Spanish (DGE)

-ου, τό
cría οὔτε ὄφις οὔτε σκορπίος οὔτε μὴν πονηρᾶς ὕλης ἄλλο τι ἔκτοκον Ael.NA 10.14.