ὑποζύγιος: Difference between revisions

From LSJ

γνοίης ὅσσον ὄνων κρέσσονες ἡμίονοι → you know how much better are donkeys from mules

Source
(Bailly1_5)
(43)
 
Line 4: Line 4:
{{bailly
{{bailly
|btext=ος <i>ou</i> α, ον :<br />mis sous le joug ; τὸ ὑποζύγιον bête de somme.<br />'''Étymologie:''' [[ὑπό]], [[ζυγόν]].
|btext=ος <i>ou</i> α, ον :<br />mis sous le joug ; τὸ ὑποζύγιον bête de somme.<br />'''Étymologie:''' [[ὑπό]], [[ζυγόν]].
}}
{{grml
|mltxt=-α, -ο / [[ὑποζύγιος]], -ον, ΝΜΑ<br /><b>1.</b> (για ζώα) ζευγμένος<br /><b>2.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <b>βλ.</b> [[υποζύγιο]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ὑπ</i>(<i>ο</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[ζύγιος]] «αυτός που ανήκει στον [[ζυγό]], αυτός που [[είναι]] [[κατάλληλος]] για [[ζέψιμο]]». Ο τ. ως επίθ. [[είναι]] [[νεώτερος]] από το ουδ. [[ὑποζύγιον]]].
}}
}}

Latest revision as of 12:46, 29 September 2017

German (Pape)

[Seite 1217] unter dem Joche gehend od. ziehend, Sp.

French (Bailly abrégé)

ος ou α, ον :
mis sous le joug ; τὸ ὑποζύγιον bête de somme.
Étymologie: ὑπό, ζυγόν.

Greek Monolingual

-α, -ο / ὑποζύγιος, -ον, ΝΜΑ
1. (για ζώα) ζευγμένος
2. το ουδ. ως ουσ. βλ. υποζύγιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ζύγιος «αυτός που ανήκει στον ζυγό, αυτός που είναι κατάλληλος για ζέψιμο». Ο τ. ως επίθ. είναι νεώτερος από το ουδ. ὑποζύγιον].