ἀπεικαστέον: Difference between revisions
From LSJ
ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν → love your neighbor as yourself, thou shalt love thy neighbour as thyself, love thy neighbour as thyself
(big3_5) |
(3) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{DGE | {{DGE | ||
|dgtxt=<b class="num">1</b> [[hay que representar]] ἀπειλητικὰ τὰ ὄμματα ἀ. X.<i>Mem</i>.3.10.8.<br /><b class="num">2</b> [[hay que comparar]] c. dat. τόν γε ... τυφλῷ Pl.<i>Phdr</i>.270e, τὸ μὲν φωτί Plot.5.6.4, cf. Men.Rh.p.349. | |dgtxt=<b class="num">1</b> [[hay que representar]] ἀπειλητικὰ τὰ ὄμματα ἀ. X.<i>Mem</i>.3.10.8.<br /><b class="num">2</b> [[hay que comparar]] c. dat. τόν γε ... τυφλῷ Pl.<i>Phdr</i>.270e, τὸ μὲν φωτί Plot.5.6.4, cf. Men.Rh.p.349. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''ἀπεικαστέον:''' ρημ. επίθ. του [[ἀπεικάζω]], αυτό που πρέπει [[κάποιος]] να αναπαραστήσει, να απεικονίσει, σε Ξεν. | |||
}} | }} |
Revision as of 20:12, 30 December 2018
English (LSJ)
A one must represent as like, τινά τινι Pl.Phdr.270e; ἀπειλητικὰ τὰ ὄμματα ἀ. X.Mem.3.10.8; one must compare, τί τινι Plot.5.6.4, cf. Men. Rh.p.349 S.
Greek (Liddell-Scott)
ἀπεικαστέον: ῥημ. ἐπίθ. τοῦ ἀπεικάζω, δεῖ ἀπεικάζειν ἢ ἀπεικάσαι, Πλάτ. Φαῖδρ. 270Ε· τῶν μαχομένων ἀπειλητικὰ τὰ ὅμματα ἀπεικαστέον Ξεν. Ἀπομν. 3. 10, 8.
Spanish (DGE)
1 hay que representar ἀπειλητικὰ τὰ ὄμματα ἀ. X.Mem.3.10.8.
2 hay que comparar c. dat. τόν γε ... τυφλῷ Pl.Phdr.270e, τὸ μὲν φωτί Plot.5.6.4, cf. Men.Rh.p.349.
Greek Monotonic
ἀπεικαστέον: ρημ. επίθ. του ἀπεικάζω, αυτό που πρέπει κάποιος να αναπαραστήσει, να απεικονίσει, σε Ξεν.