ἐνόριος: Difference between revisions

From LSJ

Ὅτ' εὐτυχεῖς, μάλιστα μὴ φρόνει μέγα → Minus insolesce, quo magis res prosperae → Wenn du im Glück bist, brüste dich am wenigsten

Menander, Monostichoi, 432
(5)
 
m (LSJ1 replacement)
 
(19 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=enorios
|Transliteration C=enorios
|Beta Code=e)no/rios
|Beta Code=e)no/rios
|Definition=ον, (ὅρος) <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">within the boundaries</b>, <span class="bibl">Poll.9.8</span>; <b class="b2">on the boundaries</b>, θεοί <span class="bibl">Hld.10.1</span>: Subst. <b class="b3">ἐνορία, ἡ,</b> <b class="b2">territory</b> of a city, πόλις καὶ . <span class="bibl"><span class="title">POxy.</span> 1101.5</span> (iv A. D.), cf. <span class="title">Cod.Just.</span>1.2.25.1, etc.</span>
|Definition=ἐνόριον, ([[ὅρος]]) [[within the boundaries]], Poll.9.8; [[on the boundaries]], θεοί Hld.10.1: Subst. [[ἐνορία]], ἡ, [[territory]] of a [[city]], [[πόλις]] καὶ [[ἐνορία]] ''[[Oxyrhynchus Papyri|POxy.]]'' 1101.5 (iv A. D.), cf. ''Cod.Just.''1.2.25.1, etc.
}}
{{DGE
|dgtxt=-α, -ον<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>[[dentro de los límites]], [[de las fronteras]] βίον δ' ἐνόριον νομάδα τ' ἐζηλωκότες Scymn.<i>Fr</i>.12, [[χῶρος]] Poll.9.8, [[δικαστήριον]] op. [[ὑπερόριος]] <i>SB</i> 8988.76 (VII d.C.) en <i>BL</i> 10.195.<br /><b class="num">2</b> [[fronterizo]], [[de la frontera]], [[protector de las fronteras]] Ἐνόριοι θεοί <i>SEG</i> 37.1100.17 (Apolonia de Pisidia II d.C.), cf. Hld.10.1.2.<br /><b class="num">II</b> subst.<br /><b class="num">1</b> ἡ [[ἐνορία]] = [[territorio dependiente de una aglomeración principal]]:<br /><b class="num">a)</b> de una ciudad [[distrito]], [[término municipal]] ἐνορία Μείρου <i>MAMA</i> 1.403.7 (Frigia II d.C.), περὶ κώμην Ἰμούθου τῆς Λυκοπολιτῶν ἐνορίας <i>PBeatty Panop</i>.2.136 (III d.C.), [[πόλις]] τε καὶ ἐνορία <i>POxy</i>.1101.5 (IV d.C.), cf. <i>Cod.Iust</i>.1.2.25.1, ἡ ὀρεινὴ ἐνορία Gr.Nyss.<i>Ep</i>.1.6, πόλις καὶ αἱ κῶμαι τῆς ἐνορίας τῆς ὑμετέρας Wilcken <i>Chr</i>.281.45 (IV d.C.), ἡ Ἀρσινοειτικὴ ἐνορία <i>PDub</i>.32.2 (VI d.C.), cf. Basil.<i>Ep</i>.206;<br /><b class="num">b)</b> de una aldea ἐν τῇ ἐνορίᾳ τῆς κώμης Καρανίδος <i>PCol</i>.174.3 (IV d.C.), cf. <i>Stud.Pal</i>.20.128.5 (V d.C.), <i>PMasp</i>.2.3.3 (VI d.C.);<br /><b class="num">c)</b> crist. [[diócesis]] [[unidad]] administrativa de la [[iglesia]], Thdt.<i>Ep</i>.18, ἡ Ἀπαμέων ἐνορία <i>CCP</i> (536) <i>Act</i>.36 (p.106.17), cf. <i>IGLBulg</i>.97.7 (VI d.C.).<br /><b class="num">2</b> [[τὸ ἐνόριον]] = [[espacio delimitado]], [[espacio acotado]], <i>SEG</i> 48.2007.15, 23 (Egipto I d.C.).
}}
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0850.png Seite 850]] innerhalb der Grenzen, Sp.; θεοί, Landesgötter, Hel. 10, 1.
}}
{{ls
|lstext='''ἐνόριος''': -ον, (ὅρος) ἐντὸς τῶν ὁρίων, Πολυδ. Θ΄, 8˙ ὁ ἐπὶ τῶν ὁρίων, θύσας... θεοῖς ἐνορίοις Ἡλιόδ. 10. 1: - ἡ ἐνορία, ἡ [[χώρα]] ἡ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὴν Τύρον καὶ τὴν αὐτῆς ἐνορίαν Χρον. Πασχ. σ. 78, 9. 2) ὡς οὐσ. ἡ ἐνορία, ὡς καὶ νῦν, ἐνορία ἐκκλησίας, ἐνορία ἱερέως, κτλ., Γρηγ. Νύσσ. ΙΙΙ. 1001Α, Κύριλλ. Ἀλ. Χ. 361Α, Ἰουστ. Κῶδ. 1, 2, 26 § α΄, Βασιλ. Πορφ. Νεαρ. 319˙ - ἐκ τοῦ ἐνορία ἐσχηματίσθησαν, ἐνορίτης, θηλ. ἐνορῖτις, ἐνοριακός, ή, όν, Σύνοδ. Χαλκ. Πρ. 14, σ. 723, Δουκάγγ.
}}
{{grml
|mltxt=[[ἐνόριος]], -ον (AM) [[όριον]]<br /><b>1.</b> αυτός που περικλείεται από τα [[σύνορα]]<br /><b>2.</b> αυτός που βρίσκεται στα [[σύνορα]].
}}
}}

Latest revision as of 09:13, 25 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐνόριος Medium diacritics: ἐνόριος Low diacritics: ενόριος Capitals: ΕΝΟΡΙΟΣ
Transliteration A: enórios Transliteration B: enorios Transliteration C: enorios Beta Code: e)no/rios

English (LSJ)

ἐνόριον, (ὅρος) within the boundaries, Poll.9.8; on the boundaries, θεοί Hld.10.1: Subst. ἐνορία, ἡ, territory of a city, πόλις καὶ ἐνορία POxy. 1101.5 (iv A. D.), cf. Cod.Just.1.2.25.1, etc.

Spanish (DGE)

-α, -ον
I 1dentro de los límites, de las fronteras βίον δ' ἐνόριον νομάδα τ' ἐζηλωκότες Scymn.Fr.12, χῶρος Poll.9.8, δικαστήριον op. ὑπερόριος SB 8988.76 (VII d.C.) en BL 10.195.
2 fronterizo, de la frontera, protector de las fronteras Ἐνόριοι θεοί SEG 37.1100.17 (Apolonia de Pisidia II d.C.), cf. Hld.10.1.2.
II subst.
1ἐνορία = territorio dependiente de una aglomeración principal:
a) de una ciudad distrito, término municipal ἐνορία Μείρου MAMA 1.403.7 (Frigia II d.C.), περὶ κώμην Ἰμούθου τῆς Λυκοπολιτῶν ἐνορίας PBeatty Panop.2.136 (III d.C.), πόλις τε καὶ ἐνορία POxy.1101.5 (IV d.C.), cf. Cod.Iust.1.2.25.1, ἡ ὀρεινὴ ἐνορία Gr.Nyss.Ep.1.6, ἡ πόλις καὶ αἱ κῶμαι τῆς ἐνορίας τῆς ὑμετέρας Wilcken Chr.281.45 (IV d.C.), ἡ Ἀρσινοειτικὴ ἐνορία PDub.32.2 (VI d.C.), cf. Basil.Ep.206;
b) de una aldea ἐν τῇ ἐνορίᾳ τῆς κώμης Καρανίδος PCol.174.3 (IV d.C.), cf. Stud.Pal.20.128.5 (V d.C.), PMasp.2.3.3 (VI d.C.);
c) crist. diócesis unidad administrativa de la iglesia, Thdt.Ep.18, ἡ Ἀπαμέων ἐνορία CCP (536) Act.36 (p.106.17), cf. IGLBulg.97.7 (VI d.C.).
2 τὸ ἐνόριον = espacio delimitado, espacio acotado, SEG 48.2007.15, 23 (Egipto I d.C.).

German (Pape)

[Seite 850] innerhalb der Grenzen, Sp.; θεοί, Landesgötter, Hel. 10, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνόριος: -ον, (ὅρος) ἐντὸς τῶν ὁρίων, Πολυδ. Θ΄, 8˙ ὁ ἐπὶ τῶν ὁρίων, θύσας... θεοῖς ἐνορίοις Ἡλιόδ. 10. 1: - ἡ ἐνορία, ἡ χώρα ἡ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὴν Τύρον καὶ τὴν αὐτῆς ἐνορίαν Χρον. Πασχ. σ. 78, 9. 2) ὡς οὐσ. ἡ ἐνορία, ὡς καὶ νῦν, ἐνορία ἐκκλησίας, ἐνορία ἱερέως, κτλ., Γρηγ. Νύσσ. ΙΙΙ. 1001Α, Κύριλλ. Ἀλ. Χ. 361Α, Ἰουστ. Κῶδ. 1, 2, 26 § α΄, Βασιλ. Πορφ. Νεαρ. 319˙ - ἐκ τοῦ ἐνορία ἐσχηματίσθησαν, ἐνορίτης, θηλ. ἐνορῖτις, ἐνοριακός, ή, όν, Σύνοδ. Χαλκ. Πρ. 14, σ. 723, Δουκάγγ.

Greek Monolingual

ἐνόριος, -ον (AM) όριον
1. αυτός που περικλείεται από τα σύνορα
2. αυτός που βρίσκεται στα σύνορα.