ακτέα: Difference between revisions

From LSJ

Θησαυρός ἐστι τῶν κακῶν κακὴ γυνή → Ingens mali thesaurus est mulier mala → Ein Schatz an allem Schlechten ist ein schlechtes Weib

Menander, Monostichoi, 233
(2)
 
m (Text replacement - "ΕΤΥΜΟΛ." to "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ")
 
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἀκτέα]] και -ῆ, η (Α)<br />το [[φυτό]] Sambucus nigra (κοινώς [[αφροξυλιά]] ή [[κουφοξυλιά]]).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. [[ἀκτέα]] [[είναι]] άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης<br />η κατάλ. -<i>έα</i> της λ. απαντά και σε άλλα ονόματα [[φυτών]], όπως: [[ἰτέα]], [[πτελέα]]. Στον Θεόφραστο απαντά και τ. [[ἀκτέος]]. Από τον ελληνικό όρο [[ἀκτέα]] προήλθε το λατιν. <i>acte</i>, [[καθώς]] και το αρχ. γερμαν. <i>atuh</i>, <i>at</i>(<i>t</i>)<i>ah</i>.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> <b>αρχ.</b> [[ἄκτινος]].
|mltxt=[[ἀκτέα]] και -ῆ, η (Α)<br />το [[φυτό]] Sambucus nigra (κοινώς [[αφροξυλιά]] ή [[κουφοξυλιά]]).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> Η λ. [[ἀκτέα]] [[είναι]] άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης<br />η κατάλ. -<i>έα</i> της λ. απαντά και σε άλλα ονόματα [[φυτών]], όπως: [[ἰτέα]], [[πτελέα]]. Στον Θεόφραστο απαντά και τ. [[ἀκτέος]]. Από τον ελληνικό όρο [[ἀκτέα]] προήλθε το λατιν. <i>acte</i>, [[καθώς]] και το αρχ. γερμαν. <i>atuh</i>, <i>at</i>(<i>t</i>)<i>ah</i>.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> <b>αρχ.</b> [[ἄκτινος]].
}}
}}

Latest revision as of 23:00, 29 December 2020

Greek Monolingual

ἀκτέα και -ῆ, η (Α)
το φυτό Sambucus nigra (κοινώς αφροξυλιά ή κουφοξυλιά).
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Η λ. ἀκτέα είναι άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης
η κατάλ. -έα της λ. απαντά και σε άλλα ονόματα φυτών, όπως: ἰτέα, πτελέα. Στον Θεόφραστο απαντά και τ. ἀκτέος. Από τον ελληνικό όρο ἀκτέα προήλθε το λατιν. acte, καθώς και το αρχ. γερμαν. atuh, at(t)ah.
ΠΑΡ. αρχ. ἄκτινος.