ἀνάρπαστος: Difference between revisions

From LSJ

ἡ πολιτευομένη τῆς ἀρτάβης τιμή → customary price of artaba

Source
(6_15)
 
(Bailly1_1)
Line 1: Line 1:
{{ls
{{ls
|lstext='''ἀνάρπαστος''': -ον, [[[ὡσαύτως]] ἡ (ὀξυτόνως) ἐν Εὐρ. Ἑκ. 206: εἰσόψει χειρὸς ἀναρπαστὰν σᾶς ἄπο]: ([[ἀναρπάζω]]): - ὁ ἀναρπασθείς, ὁ ἀπαχθείς, Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ.: ὑπὸ τοῦ Βορέου ἀνάρπαστον γεγονέναι Πλάτ. Φαῖδρ. 229C. 2) ὁ ἀπαχθείς εἰς τὰ μεσόγαια, ὅ ἐ. εἰς τὴν κεντρικὴν Ἀσίαν, ἀναρπάστους πρὸς βασιλέα γεγονέναι καὶ [[ἐκεῖ]] δουλεύειν Ξεν. Ἀπομ. 4. 2, 33: - ἐπὶ προσώπ. ἐξοριζομένων ἢ ἄλλως τιμωρουμένων, ἀναρπάστους ἐποίει Ἡρωδιαν. 7. 3, 3: ἴδε ἀνάσπαστος. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, καὶ ποιῶν ἀναρπάστους αὐτῶν τοὺς βίους, καὶ παραδίδων τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς διαρπαγήν, Πολύβ. 9. 26, 7.
|lstext='''ἀνάρπαστος''': -ον, [[[ὡσαύτως]] ἡ (ὀξυτόνως) ἐν Εὐρ. Ἑκ. 206: εἰσόψει χειρὸς ἀναρπαστὰν σᾶς ἄπο]: ([[ἀναρπάζω]]): - ὁ ἀναρπασθείς, ὁ ἀπαχθείς, Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ.: ὑπὸ τοῦ Βορέου ἀνάρπαστον γεγονέναι Πλάτ. Φαῖδρ. 229C. 2) ὁ ἀπαχθείς εἰς τὰ μεσόγαια, ὅ ἐ. εἰς τὴν κεντρικὴν Ἀσίαν, ἀναρπάστους πρὸς βασιλέα γεγονέναι καὶ [[ἐκεῖ]] δουλεύειν Ξεν. Ἀπομ. 4. 2, 33: - ἐπὶ προσώπ. ἐξοριζομένων ἢ ἄλλως τιμωρουμένων, ἀναρπάστους ἐποίει Ἡρωδιαν. 7. 3, 3: ἴδε ἀνάσπαστος. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, καὶ ποιῶν ἀναρπάστους αὐτῶν τοὺς βίους, καὶ παραδίδων τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς διαρπαγήν, Πολύβ. 9. 26, 7.
}}
{{bailly
|btext=ος, ον :<br /><b>1</b> entraîné en haut (dans le ciel, à travers l’espace, <i>etc.</i>);<br /><b>2</b> entraîné de force.<br />'''Étymologie:''' [[ἀναρπάζω]].
}}
}}

Revision as of 19:41, 9 August 2017

Greek (Liddell-Scott)

ἀνάρπαστος: -ον, [[[ὡσαύτως]] ἡ (ὀξυτόνως) ἐν Εὐρ. Ἑκ. 206: εἰσόψει χειρὸς ἀναρπαστὰν σᾶς ἄπο]: (ἀναρπάζω): - ὁ ἀναρπασθείς, ὁ ἀπαχθείς, Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ.: ὑπὸ τοῦ Βορέου ἀνάρπαστον γεγονέναι Πλάτ. Φαῖδρ. 229C. 2) ὁ ἀπαχθείς εἰς τὰ μεσόγαια, ὅ ἐ. εἰς τὴν κεντρικὴν Ἀσίαν, ἀναρπάστους πρὸς βασιλέα γεγονέναι καὶ ἐκεῖ δουλεύειν Ξεν. Ἀπομ. 4. 2, 33: - ἐπὶ προσώπ. ἐξοριζομένων ἢ ἄλλως τιμωρουμένων, ἀναρπάστους ἐποίει Ἡρωδιαν. 7. 3, 3: ἴδε ἀνάσπαστος. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, καὶ ποιῶν ἀναρπάστους αὐτῶν τοὺς βίους, καὶ παραδίδων τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς διαρπαγήν, Πολύβ. 9. 26, 7.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 entraîné en haut (dans le ciel, à travers l’espace, etc.);
2 entraîné de force.
Étymologie: ἀναρπάζω.