τειχοποιέω
From LSJ
τῇ διατάξει σου διαμένει ἡ ἡμέρα ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά → the day continues by thy arrangement; for all things are thy servants
English (LSJ)
A build walls or fortifications, IPE12.418 (Chersonesus, i B.C./i A.D.), Poll.7.118:—τειχοποι-ητέον, Ph.Bel.84.4. II hold the office of τειχοποιός, Arg.2. D.18.
German (Pape)
[Seite 1081] ein τειχοποιός sein, Argum. Dem. or. de cor. p. 199, 20.