κηλιδωτός
From LSJ
Οὔκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ → No one is so foolish that they wish to die
Οὔκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ → No one is so foolish that they wish to die
Full diacritics: κηλῑδωτός | Medium diacritics: κηλιδωτός | Low diacritics: κηλιδωτός | Capitals: ΚΗΛΙΔΩΤΟΣ |
Transliteration A: kēlidōtós | Transliteration B: kēlidōtos | Transliteration C: kilidotos | Beta Code: khlidwto/s |
ή, ον, A stained, soiled, Suid., Gloss.
κηλῑδωτός: -ή, -όν, πλήρης κηλίδων, «κηλιδωτόν, ἐρρυπωμένον» Σουΐδ.
-ή, -ό (Α κηλιδωτός, -ή, -ον)
κηλίς
γεμάτος κηλίδες, λερωμένος, λεκιασμένος.