Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γεμάτος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και γιομάτος, -η, -ο (Μ γεμάτος, -η, -ον)
1. πλήρης, μεστός από κάτι
2. (για πρόσωπα) ευτραφής
3. (για πράγματα) παχύς, πυκνός
4. (για χτυπήματα) ισχυρός, δυνατός («μια γροθιά γεμάτη», «γεμάτην κονταρέαν»)
5. ολοκληρωμένοςχαρά γεμάτη»)
νεοελλ.
1. (για το φεγγάρι) με πλήρη δίσκο, πανσέληνος
2. (για όπλο) αυτό που έχει μέσα φυσίγγια ή γόμωση πυρίτιδας.
[ΕΤΥΜΟΛ. γεμάτος < γέμω + (κατάλ.) -άτος (πρβλ. τρέχω-τρεχάτος, φεύγω-φευγάτος). Στον μεταπλασμένο τ. της λέξης, στον τ. γιομάτος (όπου το -ο- αντί του -ε- λόγω επιδράσεως του επόμενου χειλικού συμφώνου) παρατηρείται μεταβίβαση της ουρανικότητας από το συνώνυμο γεμάτος (πρβλ. επίσης γεμίζω-γιομίζω, γέμα -γιόμα κ.ά.)].