scornful
From LSJ
Ξενίας ἀεὶ φρόντιζε, μὴ καθυστέρει → Cura hospitalis esse nec in hoc sis piger → Sei stets auf Gastfreundschaft bedacht und säume nicht
English > Greek (Woodhouse)
adj.
P. and V. σεμνός, ὑψηλός, P. ὀλίγωρος, ὑπερήφανος, μεγαλόφρων, ὑπεροπτικός, V. ὑπέρφρων, ὑπέρκοπος, ὑψηλόφρων, ὑψήγορος, σεμνόστομος, Ar. and V. γαῦρος.
Scornful of: P. ὑπεροπτικός (gen.), ὀλίγωρος (gen.).