Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλόφρων

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μεγᾰλόφρων Medium diacritics: μεγαλόφρων Low diacritics: μεγαλόφρων Capitals: ΜΕΓΑΛΟΦΡΩΝ
Transliteration A: megalóphrōn Transliteration B: megalophrōn Transliteration C: megalofron Beta Code: megalo/frwn

English (LSJ)

ονος, ὁ, ἡ, (φρήν) A high-minded, generous, Protag.9; Ἡσυχία Ar.Lys.1289 codd. (lyr.), cf. Isoc.2.25: Comp., Id.12.60, 242, Luc.Am.52; μ. εἰς δαπάνην Gal.13.954; τὸ μ. X.Ages.11.11. Adv. -όνως J.AJ6.6.5, OGI566.12 (Oenoanda): Sup. -έστατα, εἰπεῖν Philostr.VS2.1.3. 2 in bad sense, arrogant: in Adv. -όνως Pl.Euthd.293a, X.HG4.5.6.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 108] ον, von großem, hohem Sinn, großmüthig, neben ἀνδρεῖος, Plat. Rep. VIII, 567 b, vgl. Alc. I, 119 d; Isocr. 2, 25 sagt μεγαλόφρονας νόμιζε μὴ τοὺς μείζω περιβαλλομένους ὧν οἷοί τ' εἰσὶ κατασχεῖν, ἀλλὰ τοὺς καλῶν μὲν ἐφιεμένους, ἐξεργάζεσθαι δὲ δυναμένους οἷς ἂν ἐπιχειρῶσιν; Sp., wie Luc., μεγαλοφρονέστερος τῷ βίῳ, Anacr. 52, Plut. Alex. 12. – Adv. μεγαλοφρόνως, im tadelnden Sinne, hochmüthig, prahlend, Plat. Euthyd. 293 a, Xen. Hell. 4, 5, 6.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰλόφρων: -ονος, ὁ, ἡ, (φρὴν) μεγαλόψυχος, εὐγενής, γενναῖος, ἡσυχία Ἀριστοφ. Λυσ. 1289, πρβλ. Ἰσοκρ. 20Α ἴδε μεγαλήνωρ· ― τὸ μεγ. τῷ προηγ., Ξεν Ἀγησ. 11, 11. 2) ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἀλαζών· ἐν τῷ ἐπιρρ. -όνως, Πλάτ. Εὐθύδ. 293Α, Ξεν. Ἑλλ. 4. 5, 6.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
qui a des sentiments élevés, de la grandeur d’âme, de la générosité ; τὸ μεγαλόφρον c. μεγαλοφροσύνη;
Cp. μεγαλοφρονέστερος.
Étymologie: μέγας, φρήν.

English (Slater)

μεγαλόφρων μεγαλοφρω[ν P. Oxy. 2442, fr. 72.

Spanish

que tiene grandes pensamientos

Greek Monolingual

-ον (Α μεγαλόφρων, -ον)
1. αυτός που έχει υψηλό φρόνημα, γενναιόψυχος, υψηλόφρων, ανδρείος
2. αλαζών, υπερήφανος, υπερόπτης, υπερφίαλος
αρχ.
1. (για πράξεις) αυτός που προέρχεται από μεγαλοφροσύνη, που αποδεικνύει μεγαλοφροσύνη
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μεγαλόφρον
η μεγαλοφροσύνη.
επίρρ...
μεγαλοφρόνως (Α)
1. με μεγαλόφρονα τρόπο, με μεγαλοφροσύνη
2. αλαζονικά, με υπερηφάνεια, με έπαρση και υπεροψία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + -φρων (< ρίζα φρεν- πρβλ. φρην, φρενός), πρβλ. ματαιό-φρων].

Greek Monotonic

μεγαλόφρων: -ονος, ὁ, ἡ (φρήν),·
1. αυτός που έχει υψηλό φρόνημα, ευγενής, γενναιόδωρος, σε Ξεν.
2. με αρνητική σημασία, αλαζόνας, υπερόπτης· επίρρ. -όνως, σε Πλάτ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰλόφρων: 2, gen. ονος
1) уверенный в себе, мужественный (πρὸς τοὺς πολεμίους Xen.);
2) великодушный, благородный (ἡσυχία Arph.).

Middle Liddell

μεγᾰλό-φρων, ονος, ὁ, ἡ, φρήν
1. high-minded, noble, generous, Xen.
2. in bad sense, arrogant: adv. -όνως, Plat., Xen.

English (Woodhouse)

μεγαλόφρων = boastful, haughty, high-minded, of character, puffed up

⇢ Look up "μεγαλόφρων" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)