ψάκαλος
From LSJ
αὐτῇ τῇ ψυχῇ αὐτὴν τὴν ψυχὴν θεωροῦντα ἐξαίφνης ἀποθανόντος ἑκάστου → beholding with very soul the very soul of each immediately upon his death
French (Bailly abrégé)
ου (ὁ) :
petit nouveau-né d'un animal.
Étymologie: cf. ψακάς.
Greek Monolingual
ὁ, Α
ψάκαλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. του ψάκαλον].
Russian (Dvoretsky)
ψάκαλος: ὁ детеныш (ср. ψακαλοῦχος).