ἑτερόκωφος
From LSJ
Λιμὴν πέφυκε πᾶσι παιδεία βροτοῖς → Omnibus doctrina portus est mortalibus → Ein Hafen ist die Bildung allen Sterblichen
English (LSJ)
ον,
A deaf on one side, Cyrill. ap. Valck.Animadv. ad Ammon.p.65.
Greek (Liddell-Scott)
ἑτερόκωφος: -ον, «ὁ τὴν ἑτέραν τῶν ἀκοῶν βεβλαμμένος», κωφὸς κατὰ ἓν οὖς, Κυρίλλ. Λεξικ.· - ἑτεροκωφέω, εἶμαι κωφὸς κατὰ τὸ ἕτερον οὖς, ἑτεροκωφῶν Ἑβδ. (Σειράχ ΙΘ΄, 27), ἀλλ’ ὁ Λοβέκ. ἐν Φρυν. 137 διορθοῖ ἐθελοκωφῶν. - Ἴδε Κόντου Φιλολογ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 20.