νυκτοκλοπία
From LSJ
ὕπνος δεινὸν ἀνθρώποις κακόν → sleep is a terrible evil for humans (Menander, Sententiae monostichoi 1.523)
Greek (Liddell-Scott)
νυκτοκλοπία: ἡ, κλοπὴ ἐν ὥρᾳ νυκτός, Χρήσμ. Σιβ. 3. 238.
Greek Monolingual
η (Α νυκτοκλοπία)
νυκτοκλοπή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + -κλοπία (< -κλόπος < κλέπτω) πρβλ. λογο-κλοπία].