Τὸν εὖ ποιοῦνθ' (εὐποροῦνθ') ἕκαστος ἡδέως ὁρᾷ → Den, der ihm wohltut, freut ein jeder sich zu sehn
P. and V. τύχη, ἡ, συμφορά, ἡ, P. περίπτωμα, τό, σύμπτωμα, τό.
in case of accident: P. ἤν τι συμβῇ.