Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύμπτωμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: σύμπτωμα Medium diacritics: σύμπτωμα Low diacritics: σύμπτωμα Capitals: ΣΥΜΠΤΩΜΑ
Transliteration A: sýmptōma Transliteration B: symptōma Transliteration C: symptoma Beta Code: su/mptwma

English (LSJ)

ατος, τό, (συμπίπτω)

   A anything that happens, a chance, occurrence, τὰ σ. καὶ τὰ ἀπὸ τύχης Arist.Rh.1367b24; ἀπὸ συμπτώματος, coupled with ἀπὸ τύχης, Id.Ph.199a1, cf. Pol.1274a12; opp. αἴτια, Id.Div.Somn.462b27, cf.de An.434a32; κατὰ σύμπτωμα Thphr. Vent.17, cf. 31.    2 mishap, mischance, Th.4.36, Arist.Pol.1304a1, Chrysipp.Stoic.2.339, IG7.411.4 (Oropus, ii B.C.); ἀκούσιον σ. D.56.43; ὅταν τις . . ἀδίκοις περιπέσῃ σ. Men.590; τὰ κοινὰ κοινῶς δεῖ φέρειν σ. Id.817.    II property, attribute, Epicur.Ep.1p.20U., al.: pl., distd. fr. συμβεβηκότα, ib.p.6 U., p.24 U.; τὸν Χρόνον σ. συμπτωμάτων λέγει Id.Fr.294; πνεύματος σ. Gal.4.706; Νουμήνιος σ. αὐτῆς (sc. τῆς συγκαταθετικῆς δυνάμεως) φησιν εἶναι τὸ φανταστικόν Porph. ap. Stob.1.49.25; σ. φυσικόν Iamb.Comm.Math.24.    2 Geom., property, of curve, etc., Archim.Con.Sph.13, Papp.54.21, al.    III in diseases, symptom, Phld.Ir.p.29 W., Sor.1.48, al., Gal.7.50, 10.70, al.; σ. κεφαλῆς Aret.SD1.3; symptomata is expld. by sudor nequissimus, Gloss.    IV falling in, collapse, in Medical sense, Pl.Ax. 364c; of a horse, PEnteux.14.9 (iii B.C.); σ. τῆς δυνάμεως, τῆς διανοίας, Diocl.Fr.192; of the lacus Fucinus, D.C.60.33.

German (Pape)

[Seite 990] τό, Zufall, bes. Unfall, Unglück; Thuc. γιγνόμενοι ἐν τῷ αὐτῷ ξυμπτώματι τῷ ἐν Θερμοπύλαις, 4, 36; Plat. Ax. 364 c; ἐπανορθούμενοι τὸ ἀκούσιον σύμπτωμα, Dem. 56, 43, Sp.; vgl. Lob. Phryn. 248.

Greek (Liddell-Scott)

σύμπτωμα: τό, (συμπίπτω) τὸ συμπῖπτον, συμβαῖνον εἴς τινα, κατὰ σύμπτωσιν, συμβὰν κατὰ σύμπτωσιν, τὰ σ. καὶ τὰ ἀπὸ τύχης Ἀριστ. Ρητ. 1. 9, 32· ἀπὸ συμπτώματος, σχεδὸν ὡς τὸ ἀπὸ τύχης ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 2. 8, 5, πρβλ. Πολυδ. Β΄, 12, 5· ἀντίθετ. τῷ αἰτία, ὁ αὐτ. περὶ τῆς Καθ’ Ὕπν. Μαντικ. 1· 5, κτλ.· ἴδε Trendel. εἰς Ἀριστ. π. Ψυχ. 3. 12, 3. 2) συχν. ἐπὶ κακῆς σημασίας, δυστύχημα, ἀτυχία, Θουκ. 4. 36, Ἀριστ. Πολ. 5. 4, 5· ἀκούσιον σ. Δημ. 1295. 20· ὅταν τις… ἀδίκοις περιπέσῃ σ. Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 63· τὰ κοινὰ κοινῶς δεῖ φέρειν σ. αὐτόθι 281c. II. ἐπὶ νόσων, «σύμπτωμα», σημεῖον τῆς νόσου, Πλάτ. Εἰρ. 364C· σ. κεφαλῆς Ἀρετ. περὶ Αἰτ. Χρον. Παθ. 1. 3. ΙΙΙ. κατάπτωσις, ἐπὶ τῆς λίμνης Φουκίνης, Δίων. Κάσσ. 60. 33.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
coïncidence, rencontre, d’où
1 en gén. événement fortuit;
2 particul. événement malheureux, malheur, malchance.
Étymologie: συμπίπτω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ συμπίπτω
ιατρ. υποκειμενικό φαινόμενο το οποίο εκφράζει μια παθολογική κατάσταση και οφείλεται σε λειτουργικές ή οργανικές διαταραχές ενός οργάνου ή ολόκληρου του οργανισμού (α. «συμπτώματα φυματίωσης» β. «συμπτώματι περιέπεσε ἰδιάζοντι, ἐστερήθη γὰρ τῆς ὁράσεως», Διόδ.)
νεοελλ.
1. ενέργεια ή εκδήλωση που αποτελεί χαρακτηριστικό σωματικής, ψυχικής, ηθικής ακαταστασίας ή ανωμαλίας (α. «νοσηρό σύμπτωμα» β. «συμπτώματα απειθαρχίας» γ. «συμπτώματα καταστρατήγησης του νόμου»)
2. (φυτοπαθολ.) ορατή ή με άλλο τρόπο διαπιστούμενη ανωμαλία ενός ξενιστή η οποία οφείλεται σε ασθένεια (α. «πρωτογενή συμπτώματα» β. «χρόνια συμπτώματα»)
μσν.-αρχ.
1. ό,τι απομένει από την πτώση, από την κατάρρευση, ερείπιο (α. «ἐκ τοῡ κινδύνου περιῴζεται καὶ σωτηρίαν ἀπιστουμένην αὐτῷ σκεπασθεὶς τῷ συμπτώματι», Γρηγ. Ναζ.
β. «ἐκ τῶν συμπτωμάτων Νικομηδείας καὶ μεθ' ἡμέρας τινὲς ζῶντες ἀνηνέχθησαν», Μαλάλ. Ι.)
2. η πτώση, η αμαρτία
αρχ.
1. ό,τι συμβαίνει κατά σύμπτωση, τυχαία («ἀνάγκη τὰ ἐναντία ἢ αἴτια εἶναι... ἢ συμπτώματα», Αριστοτ.)
2. δυσμενής περίσταση, ατυχίαὅταν τις ὢν ἀνὴρ δίκαιος ἀδίκοις περιπέσῃ συμπτώμασι», Μέν.)
3. χαρακτηριστικό, ιδιότητα («τὸν χρόνον σύμπτωμα συμπτωμάτων λέγειν», Επίκ.)
4. (για τη στάθμη του νερού) πτώση
5. κατάπτωση, εξασθένηση δυνάμεων («σύμπτωμα τῆς δυνάμεως τῆς διανοίας», Διοκλ.)
6. φρ. «ἀπὸ συμπτώματος» — κατά τύχην, κατά σύμπτωση.

Greek Monotonic

σύμπτωμα: -ατος, τό (συμπίπτω), τυχαίο συμβάν, περίσταση, συγκυρία, σε Αριστ.· με αρνητική σημασία, κακή συγκυρία, ατύχημα, δυστύχημα, σε Θουκ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύμ-πτωμα -ατος, τό Att. ook ξύμπτωμα [συμ- πίπτω] toevallige gebeurtenis: voorval, toeval:; ἀπὸ συμπτώματος bij toeval Aristot. Pol. 1274a12; ongunstig ongelukkig voorval, ongeval, netelige positie:; γιγνόμενοι ἐν τῷ αὐτῷ ξυμπτώματι in dezelfde benarde situatie terechtkomend Thuc. 4.36.3; geneesk. instorting, ineenstorting.

Russian (Dvoretsky)

σύμπτωμα: ατος τό
1) стечение обстоятельств, случайность: ἀπὸ συμπτώματος Arst. случайным образом;
2) несчастная случайность, несчастье, беда Thuc., Arst., Dem., Men.;
3) болезненный припадок, приступ: συμπτώματος ἀνασφῆλαι Plat. оправиться от болезни.

Middle Liddell

σύμπτωμα, ατος, τό, συμπίπτω
a chance, casualty, Arist.: in bad sense, a mishap, mischance, Thuc.