μυστιλάριον
From LSJ
Οὔτ' ἐν φθιμένοις οὔτ' ἐν ζωοῖσιν ἀριθμουμένη, χωρὶς δή τινα τῶνδ' ἔχουσα μοῖραν → Neither among the dead nor the living do I count myself, having a lot apart from these
English (LSJ)
τό, Dim. of μυστίλη, Poll. 6.87.
Greek Monolingual
μυστιλάριον, τὸ (Α) μυστίλη
υποκορ. του μυστίλη.