Θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν → Homo natus id, quod instat, ut videas, age → Als sterblich Wesen mühe dich zu seh'n, was folgt
και κρυφοδαγκώνω
1. (για σκύλο) δαγκώνω κρυφά και ξαφνικά, χωρίς προειδοποιητικά γαβγίσματα
2. (μτφ., για πρόσ.) βλάπτω κάποιον ύπουλα ή τον θίγω με προσβλητικούς υπαινιγμούς.