τὸ πεπρωμένον γὰρ οὐ μόνον βροτοῖς ἄφευκτόν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανόν ἔχουσι → fate is unavoidable not only for mortals, but also for those who hold the heavens
Full diacritics: ξανθοκάρῠον | Medium diacritics: ξανθοκάρυον | Low diacritics: ξανθοκάρυον | Capitals: ΞΑΝΘΟΚΑΡΥΟΝ |
Transliteration A: xanthokáryon | Transliteration B: xanthokaryon | Transliteration C: ksanthokaryon | Beta Code: canqoka/ruon |
[κᾰ], τό, clove, Aët.8.29.
ξανθοκάρυον: τό, εἶδος καρύου, Ἀέτ. 1, σ. 9b, 40.
ξανθοκάρυον, τὸ (Α)
είδος καρυδιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + κάρυον «καρύδι»].