ἔργοισι χρηστός, οὐ λόγοις ἔφυν μόνον → a friend in deeds, and not in words alone
ος, ον :tout à fait grand.Étymologie: Sp. de παμμέγας.
-η, -οπάρα πολύ μεγάλος, υπερμεγέθης, πελώριος.
superl. zu πάμμεγας.