Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγάλος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: μεγάλος Medium diacritics: μεγάλος Low diacritics: μεγάλος Capitals: ΜΕΓΑΛΟΣ
Transliteration A: megálos Transliteration B: megalos Transliteration C: megalos Beta Code: mega/los

English (LSJ)

   A v. μέγας.

German (Pape)

[Seite 107] s. μέγας).

Greek (Liddell-Scott)

μεγάλος: ἴδε μέγας.

Greek Monolingual

-η, -ο και μέγας, μεγάλη, μέγα (ΑM μέγας, μεγάλη, μέγα, Μ και μεγάλος, -η, -ο[ν], ουδ. και μέγαν)
1. αυτός που υπερβαίνει τον μέσο όρο, αυτός του οποίου οι διαστάσεις ξεπερνούν τις συνήθεις (α. «μεγάλη ζωή» β. «μεγάλος χώρος» γ. «μεγάλη δόξα» δ. «μέγας θυμός», Ευρ.)
2. αυτός που έχει συμπληρώσει τη σωματική του ανάπτυξη, ενήλικοςμήτε μέγαν μήτ' οὖν νεαρῶν τιν'», Αισχύλ.)
3. υπερμεγέθης, πελώριος
4. ψηλός («ὄρεος μεγάλοιο», Ομ. Ιλ.)
5. αχανής, απέραντοςπέλαγος μέγα μετρήσαντες», Ομ. Οδ.)
6. μακρός
7. πολύ δυνατός, πανίσχυρος, παντοδύναμοςμεγάλη ή Ἄρτεμις Ἐφεσίων», ΚΔ)
8. λέγεται ως τίτλος ή προσωνυμία μοναρχών, βασιλέων ή, γενικά, ανθρώπων που εξέχουν (α. «ο Μέγας Αλέξανδρος» β. «Πομπήιος ο μέγας»)
9. ο πρεσβύτερος από δύο άτομα που έχουν το ίδιο όνομα («Σκιπίων ὁ μέγας», Πολ.)
10. (για τα στοιχεία της φύσης) σφοδρός, ορμητικός («Βορέης ἄνεμος μέγας», Ομ. Οδ.)
11. (για ήχο) ισχυρός, βροντώδης
12. (για κατάσταση, ενέργεια κ.λπ.) αξιόλογος, σημαντικός, σπουδαίος («ὄμοσεν μέγαν ὅρκον», Ομ. Ιλ.)
13. πομπώδης, υπερήφανος, αλαζονικός (α. «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο να μην πεις», παροιμ.
β. «φρονῶ τὰ μεγάλα» — έχω αλαζονικές ιδέες
γ. «μὴ μέγα λέγε», Πλάτ.)
14. αυτός που έχει μακρά διάρκεια
15. φρ. α) «Μεγάλη Ελλάς» — οι ελληνικές πόλεις που είχαν ιδρυθεί στη νότια Ιταλία και στη Σικελία κατά την αρχαιότητα
β) «Μεγάλη Άρκτος» — αστερισμός του βόρειου ημισφαιρίου
νεοελλ.
1. (για λαό, εθνότητα, ιστορική περίοδο ή ιστορικό γεγονός) υπέροχος, εξαίρετος («η μεγάλη εποχή του Περικλέους»)
2. (για γιορτή) επίσημη, εξέχουσα
3. (για πρόσ.) α) πολύ ηλικιωμένος
β) αυτός που βρίσκεται σε σχετικά ώριμη ηλικία («παντρεύτηκε μεγάλος»)
γ) αυτός που έχει μια ιδιότητα ή πείρα ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό (α. «μεγάλος κατεργάρης» β. «μεγάλος μάστορας»)
4. φρ. α) «Μεγάλη Ιδέα» — το ιδεώδες που κυριάρχησε στους Έλληνες από τον 19ο αιώνα ώς την τρίτη δεκαετία του 20ού και απέβλεπε στην απελευθέρωση όλων τών Ελλήνων που βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία και στην αποκατάσταση του ελληνισμού σε μεγάλο ενιαίο κράτος
β) «Μεγάλη Εβδομάδα» — η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, η εβδομάδα τών παθών του Χριστού
γ) «μεγάλος δούκας» ή «μεγάλος πρίγκιπας» — τίτλος ηγεμόνων πριγκίπων που βρίσκονταν ιεραρχικά μεταξύ βασιλέων και δουκών
δ. «Μεγάλος Μογγόλος» — ένα από τα πιο ονομαστά διαμάντια του κόσμου
ε) «μεγάλα λόγια» — ανόητες διαβεβαιώσεις ή υποσχέσεις χωρίς αντίκρυσμα
στ) «μεγάλος αέρας» — αρχοντική εμφάνιση
ζ) «μεγάλη στραβομάρα» — αδικαιολόγητη αβλεψία ή άγνοια
η) «μεγάλη γλυκαγκαθιά» — κοινή ονομασία του φυτού Berberis vulgaris του γένους βερβερίς
θ) «μεγάλο βοτάνι» — κοινή ονομασία του φυτού Αristolochia cretica του γένους αριστολόχια
ι) «μεγάλος ασπάλαθος» — κοινή ονομασία του φυτού Calycotoma infesta του γένους καλυκοτόμη
νεοελλ.-μσν.
αυτός που βρίσκεται σε ανώτατη κοινωνική θέση, επιφανής
μσν.
1. άγιος, ιερός
2. φρ. α) «μέγας βασιλεύς» — ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου
β) «μεγάλη εκκλησία»
i) η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης
ii) το Οικουμενικό Πατριαρχείο
γ) «μέγα πράγμα» — θαύμα
δ) «μέγας προφήτης» — ο Μωάμεθ
μσν.-αρχ.
(το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) μέγα και μεγάλα
πάρα πολύ («μέγα κήδεται», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. (για φίλους) επιστήθιος
2. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) μέγα και μεγάλα
α) ηχηρώς, μεγαλοφώνως
β) μακριά
3. φρ. «μέγα χαῑρε» — γειά σου.
επίρρ...
μεγάλως (ΑM μεγάλως)
σε μεγάλο βαθμό, υπερβολικά, πάρα πολύ («μεγάλως αιτίους γενέσθαι», Ηρόδ.)
μσν.
1. με μεγάλη προσοχή, με περίσκεψη
2. με δυνατή φωνή, δυνατά
3. με μεγαλοπρέπεια, με λαμπρότητα
4. με μεγάλη προθυμία
5. με βιασύνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. μέγας ανάγεται στην απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζας meĝәg- μεγάλος, χοντρός» και συνδέεται με: λατ. magis «πολύ», magnus «μεγάλος», αρμ. mec «μεγάλος», αρχ. ινδ. mahi «μεγάλος» (όπου φαίνεται καθαρά η ύπαρξη λαρυγγικού φθόγγου στη ρίζα) κ.ά. Το θέμα στην ελλ. έχει παρέκταση -l- (πρβλ. μεγάλ-ου) με αξία πιθ. μεγεθυντική ή υποκοριστική. Κάτι παράλληλο αλλά διαφορετικής προέλευσης συμβαίνει και στη γερμ. (πρβλ. γοτθ. mikils). Στην ίδια ρίζα, τέλος, ανάγεται πιθ. και το θέμα αγα- (< -ә2 με μηδενισμένο το α' φωνήεν της ρίζας), πρβλ. ἄγαν, ἀγάζω, ἄγαμαι (βλ. και λ. μεγαίρω). Αρχικά, το επίθ. μέγας είχε τη σημ. της λ. μεγάλης έκτασης του μεγάλου μεγέθους, ενώ σταδιακά έλαβε την κοινωνική σημασία του σπουδαίου, του άξιου.
ΠΑΡ. μεγαλείος, μεγαλοσύνη, μεγαλότητα, μεγαλύνω, μεγάλως, μεγαλωστί, μέγεθος
αρχ.
μεγαίρω, μεγαλίζομαι
μσν.
μεγαλεύομαι, μεγαλωπός
μσν.- νεοελλ.
μεγαλουσιάνος, μεγαλώνω
νεοελλ.
μεγαλαίνω, μεγαλούτσικος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μέγας και μεγάλος, βλ. μεγαλ(ο)-. (Β' συνθετικό) -μέγας. αρχ. μυριόμεγας, πάμμεγας, τρίσμεγας, υπέρμεγας
νεοελλ.
μικρόμεγας
-μεγάλος νεοελλ. μικρομέγαλος].

Greek Monotonic

μεγάλος: βλ. μέγας.