περιτονίτιδα

From LSJ

Θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν → Homo natus id, quod instat, ut videas, age → Als sterblich Wesen mühe dich zu seh'n, was folgt

Menander, Monostichoi, 249

Greek Monolingual

η, Ν
οξεία ή χρόνια φλεγμονή του περιτοναίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. peritonitis (< περιτόν-αιο + επίθημα -ίτιδα). Η λ., στον λόγιο τ. περιτονῖτις, μαρτυρείται από το 1876 στον Θ. Αφεντούλη].