ἐνστηθίζω

Revision as of 07:09, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (12)

German (Pape)

[Seite 853] zu Herzen nehmen, sich einprägen, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνστηθίζω: ἀποταμιεύω, ἀποθέτω εἰς τὸ στῆθός μου, φυλάττω ἐν τῇ μνήμῃ μου, Ἀθαν. IV. 533Α.

Spanish (DGE)

poner en el corazón, e.e. aprender de memoria οὓς (ὅρους) δεῖ πρὸ παντὸς ἑτέρου μαθήματος ... ἐνστηθίζειν Ath.Al.M.28.533A.

Greek Monolingual

ἐνστηθίζω (Α) στήθος
βάζω μέσα στο στήθος μου, θυμάμαι συνεχώς.