χαυνότητα

Revision as of 12:52, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (46)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Greek Monolingual

η / χαυνότης, -ητος, ΝΜΑ χαῡνος
η ιδιότητα του χαύνου, νωθρότητα, μαλθακότητα
αρχ.
1. το να έχει κάτι πορώδη, σπογγώδη υφή, να έχει αραιή σύσταση, να μην είναι συνεκτικό, να είναι μαλακό (α. «γῆ ὑπὸ χαυνότητος εὔθρυπτος», Πλούτ.
β. «τὰ φυτὰ κίνδυνος σήπεσθαι μὲν δ' ὑγρότητα, αὐαίνεσθαι δὲ διὰ ξηρότητα, θερμαινομένων διὰ χαυνότητα τῆς γῆς τῶν ῥιζῶν», Ξεν.)
2. (σχετικά με επίδεσμο) χαλαρότητα
3. μτφ. α) αποχαύνωση, αποβλάκωση
β) ψυχική κενότηταδειλία και χαυνότης», Σχόλ. Ιλ.)
γ) αλαζονεία
δ) μικροψυχία («περὶ δὲ τιμὴν καὶ ἀτιμίαν μεσότης μὲν μεγαλοψυχία
ὑπερβολὴ δὲ χαυνότης τις λεγομένη», Αριστοτ.).