εὐώδιν

Revision as of 14:15, 30 June 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")

English (LSJ)

ῑνος, ὁ, ἡ,

   A happy as a parent, fruitful, Opp.C.3.19; νηδύς AP6.201 (Marc. Arg.); epith. of Demeter, Max.529; εὐ. ἐς ζῴων γένεσιν Ael.NA13.5; of women, easily delivered, ib.4.29.    II Pass., happily born, Coluth. 281, Nonn.D.14.148.

German (Pape)

[Seite 1111] ινος, leicht gebärend, fruchtbar; Ῥεία Opp. Cyn. 3, 19; Nonn. oft; – auch pass., Διὸς γενέθλη Nonn. D. 14, 148; Coluth. 281.

Greek (Liddell-Scott)

εὐώδῑν: ῑνος, ὁ, ἡ, εὐκόλως ὠδίνων, γεννῶν· καρποφόρος, γόνιμος, Ὀππ. Κυν. 3. 19· νηδὺς Ἀνθ. Π. 6. 201· ἐπίθ. τῆς Δήμητρος, Μάξιμ. π. Καταρχ. 529. ΙΙ. Παθ., εὐκόλως τεχθείς, Κόλουθος, 281, Νόνν. Δ. 14. 148.

French (Bailly abrégé)

ινος;
adj.
1 (ἡ) qui enfante heureusement;
2 (ὁ, ἡ) enfanté heureusement.
Étymologie: εὖ, ὠδίς.

Greek Monolingual

εὐώδιν, -ινος, ὁ, ἡ (Α)
1. αυτός που ωδίνει, που γεννά εύκολα, γόνιμος
2. επίθ. της Δήμητρας
3. παθ. αυτός που γεννήθηκε εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ωδίν, -ος «πόνος τοκετού»].

Greek Monotonic

εὐώδῑν: -ῑνος, ὁ, ἡ, αυτός που γεννά εύκολα, γόνιμος, παραγωγικός, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

εὐώδῑν: ῑνος adj. легко рождающий, т. е. плодовитый (νηδύς Anth.).

Middle Liddell

εὐ-ώδῑν, ῑνος, ὁ, ἡ,
happy as a parent, fruitful, Anth.