καλλίτεκνος

English (LSJ)

καλλίτεκνον, with beautiful children, IG12(7).397 Eleg.2, IG12(7).477 (Amorgos),Inscr.Prien.225 (Aug.): Comp., Luc. DDeor.16.1: Sup., Plu.Aem.5:—also καλλίτεξ, ἡ, Hdn.Epim.186.

German (Pape)

[Seite 1311] schöne Kinder habend, compar., Luc. D. D. 16, 1; superl., Plut. Aemil. Paul. 5.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui a de beaux, de bons ou d'illustres enfants;
Cp. καλλιτεκνότερος, Sp. καλλιτεκνότατος.
Étymologie: καλός, τέκνον.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καλλίτεκνος -ον [καλός, τέκνον] met mooie kinderen.

Russian (Dvoretsky)

καλλίτεκνος: (ῐ) имеющий прекрасных детей (καλλιτεκνοτέρα τῆς Νιόβης Luc.; καλλιτεκνότατος γενόμενος ἐκ γυναικὸς αὐτοῦ Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

καλλίτεκνος: -ον, ἔχων ὡραῖα τέκνα, Ἀριστ. Ἀποσπ. 622. - Συγκρ., καλλιτεκνοτέρα τῆς Νιόβης Λουκ. Θεῶν Διάλ. 16. 1· Ὑπερθ., καλλιτεκνότατος Πλουτ. Αἰμίλ. 5· - καλλίτεξ, ἡ, Ἡρῳδιαν. Ἐπιμερ. 186.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM καλλίτεκνος, -ον)
αυτός που έχει καλά και ωραία παιδιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -τεκνος (< τέκνον), πρβλ. κρεισσότεκνος, ολιγότεκνος].

Greek Monotonic

καλλίτεκνος: -ον (τέκνον), αυτός που έχει όμορφους απογόνους, σε Πλούτ., Λουκ.

Middle Liddell

καλλί-τεκνος, ον τέκνον
with fair children, Plut., Luc.