κατωσάγονο
Greek Monolingual
το (Μ κατωσάγονον και κατασάγονον και κατωσάγουνον)
η κάτω σιαγόνα, η κάτω γνάθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κάτω + -σάγονο (< σαγόνι), πρβλ. απανωσάγονο, διπλοσάγονο].
το (Μ κατωσάγονον και κατασάγονον και κατωσάγουνον)
η κάτω σιαγόνα, η κάτω γνάθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κάτω + -σάγονο (< σαγόνι), πρβλ. απανωσάγονο, διπλοσάγονο].