Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνάθος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: γνάθος Medium diacritics: γνάθος Low diacritics: γνάθος Capitals: ΓΝΑΘΟΣ
Transliteration A: gnáthos Transliteration B: gnathos Transliteration C: gnathos Beta Code: gna/qos

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ,

   A jaw, Prose form of γναθμός, also freq. in Poets, γ. ἱππείη Hom.Epigr.14.13; ἡ ἄνω, ἡ κάτω γ., Hp.Art.30, cf. Hdt. 2.68; καὶ γ. καὶ τὸ ἄνω τῆς γ. (where γνάθος, = lower jaw) Id.9.83; ἔπαγε γνάθον take your teeth to it! Ar.V.370; γνάθου δοῦλος a greedy fellow, E.Fr.282.5; also ὄνου γ. Eup.434: freq. in pl., Pl.Phdr. 254e, Arist.PA664a11.    2 cheek, in pl., Hp.VM19, Gal.2.424, etc.; τὰς γ. φυσῶν D.19.314, cf. Ruf.Onom.47, Gal.18(1).423.    3 metaph., ποταμοὶ πυρὸς δάπτοντες ἀγρίαις γνάθοις A.Pr.370, cf. Ch. 280; also τραχεῖα πόντου Σαλμυδησσία γ., of jagged rocks, Id.Pr. 726.    II point of a wedge, ib.64.

French (Bailly abrégé)

ου (ἡ) :
I. mâchoire;
II. p. anal.
1 tranchant (d’un coin);
2 morsure (du feu, d’un mal);
III. p. ext.
1 joue;
2 bouche ; fig. passage, détroit.
Étymologie: apparenté à γένυς.

English (Slater)

γνᾰθος (ἡ)
   1 jaw τέκνοισιν ὠκείας γνάθους ἀμφελίξασθαι μεμαῶτες of serpents (N. 1.42) ]αἴνιγμα παρθένοἰ ἐξ ἀγριᾶν γνάθων[ fr. 177d. [[[γνάθων]] (coni. Boeckh: γενύων codd.) (P. 4.225) ]

Spanish (DGE)

-ου, ἡ

• Prosodia: [-ᾰ-]
1 mandíbula Hippon.79.4, Simon.83, Pi.N.1.42, Ar.V.370, LXX Id.4.21, Cyran.1.3.9, ἡ ἄνω γ. la mandíbula superior Hp.Art.30, Hdt.2.68, cf. 9.83, ἡ κάτω γ. la mandíbula inferior Hp.Art.30, Hdt.2.68
en plu., E.Med.1201, Hipp.1223, Pl.Phdr.254e, Arist.PA 664a11, POxy.3617.9 (III d.C.), ref. a Hécuba, transformada en perra Lyr.Adesp.47.2
γ. ἱππείη quijada de caballo Epigr. en Ps.Hdt.Vit.Hom.32, X.Eq.6.8
fig. γνάθου ... δοῦλος esclavo de su mandíbula e.d. glotón E.Fr.282.5, cf. Longus 4.11.2, ποταμοὶ πυρὸς δάπτοντες ἀγρίαις γνάθοις ríos de fuego que devoran con feroces mandíbulas, e.d. que consumen o arrasan todo a su paso A.Pr.368, de una enfermedad, A.Ch.280, de unas rocas dentadas τραχεῖα γ. áspera mandíbula A.Pr.726.
2 por ext. mejilla κατεσθίει δὲ ἐνίων γνάθους Hp.VM 19, cf. Gal.2.424, τὰς γνάθους φυσῶν hinchando los carrillos D.19.314, διαρρήγνυσθε τὰς γνάθους ἐμφυσῶντες τῇ σύριγγι Aristaenet.1.14.4, cf. 2.6.5, Ruf.Onom.47
fig. meton. mejillas femeninas ref. la mujer, Hsch.
3 filo de una cuña ἀδαμαντίνου νῦν σφηνὸς αὐθάδη γνάθον A.Pr.64. • DMic.: ka-na-to (?).

• Etimología: De *genH- en grado ø/ø que c. otros grados voc. ha dado γένυς, gót. kinnus, lat. genae ‘mandíbula’. Para el suf. cf. lituan. žándas, let. žuôds ‘mentón’.

Greek Monolingual

η (AM γνάθος)
σαγόνι
αρχ.
1. πληθ. μάγουλα
2. πορθμός
3. αιχμή
4. φρ. α) «γνάθου δούλος» — άπληστος άνθρωπος
β) «ἔπαγε γνάθον» — μπήξε τα δόντια σου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γνάθος ανάγεται σε ΙΕ gon∂dh- (πρβλ. λιθ. žandas «σαγόνι», λετ. žuods «πιγούνι») < ĝenu- «πιγούνι» (πρβλ. αρχ. ελλ. γένυς, γοτθ. kinnus, λατ. genae)].

Greek Monotonic

γνάθος: [ᾰ], ἡ (συγγενές προς το γένυς),
1. η σιαγόνα, κυρίως η κάτω σιαγόνα, ἡ κάτω γνάθος, σε Ηρόδ.· ἔπαγε γνάθον, βάλε τα δόντια σου πάνω του!, σε Αριστοφ.· συχνότερα στον πληθ., σε Πλάτ. κ.λπ.
2. μεταφ., λέγεται για τη φωτιά, σε Αισχύλ.
3. μεταφ., επίσης, όπως το Λατ. fauces, λέγεται για ένα στενό πορθμό, στον ίδ., σε Ξεν.
4. η αιχμή ή η άκρη της σφήνας, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

γνάθος: (ᾰ) ἡ1) тж. pl. челюсть и челюсти (δράκοντος Pind.; τὴν ἄνω γνάθον προσάγειν τῇ κάτω Her., HH, Eur., Arph., Xen., Plat., Arst.): πυρὸς γνάθοι Aesch. огненная пасть;
2) нижняя часть лица, щека или щеки, подбородок: τὰς γνάθους φυσῶν Dem. надув щеки; ὑπεξυρημένος τὴν γνάθον Luc. с бритым подбородком или лицом;
3) острый край, острие (σφηνός Aesch.);
4) узкий пролив, теснина (πόντου Aesch.).

Middle Liddell

akin to γένυς
1. the jaw, properly the lower jaw, ἡ κάτω γν. Hdt.; ἔπαγε γνάθον take your teeth to it! Ar.; oft. in pl., Plat., etc.
2. metaph. of fire, Aesch.
3. metaph. also, like Lat. fauces, of a narrow strait, Aesch., Xen.
4. the point or edge, as of a wedge, Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γνάθος -ου, ἡ [~ γένυς ?] kaak:; ἡ ἄνω, ἡ κάτω γνάθος de bovenkaak, de onderkaak Hp. Art. 30; καὶ γνάθος καὶ τὸ ἄνω τῆς γνάθου de (onder)kaak en de bovenkant van de kaak Hdt. 9.83.2; overdr..; ποταμοὶ πυρὸς δάπτοντες ἀγρίαις γνάθοις … γύας rivieren van vuur verslinden de akkers met hun woeste kaken Aeschl. PV 368; τραχεῖα πόντου... γνάθος de scherpe kaak van de zee (rots) Aeschl. PV 726; uitbr., plur. wangen; uitbr. beet, greep :. σφηνὸς αὐθάδη γνάθον στέρνων διαμπὰξ πασσάλευ ’(ε) sla de zich genadeloos vastbijtende wig dwars door zijn borst Aeschl. PV 64.