ξηροδερμία

Greek Monolingual

η
1. ιατρ. α) παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ξηρό δέρμα το οποίο καλύπτεται από απολέπιση με μορφή σκόνης, αποτελεί εκτρωτική μορφή ιχθύασης και παρατηρείται κυρίως στην αποβιταμίνωση Α
2. φρ. «μελαγχρωματική ξηροδερμία»
ιατρ. σπάνια πάθηση του δέρματος που κληρονομείται και χαρακτηρίζεται από έλλειψη αντίστασης στις υπεριώδεις ακτίνες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. xeroderma < ξηρός + δέρμα].