Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάθηση

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

η (ΑΜ πάθησις) πάσχω
βλάβη στον οργανισμό και καταστροφή της υγείας και της ισορροπίας του, η κατάσταση του πάσχοντος, νόσος, ασθένεια, οργανική βλάβηπάθηση τών νεφρών»)
νεοελλ.
1. ιατρ. παθολογική κατάσταση που εκδηλώνεται ως στατική, η οποία μπορεί σχετικά εύκολα να μεταπέσει σε δυναμική εξεργασία, δηλ. σε νόσο
2. γραμμ. μετατροπή, μεταβολή («οι παθήσεις τών φθόγγων»)
αρχ.
κατάσταση κατά την οποία κανείς υφίσταται, παθαίνει, δέχεται κάτι, παθητική κατάσταση («ἡ ποίησις καὶ ἡ πάθησις ἐν τῷ πάσχοντι ἀλλ' οὐκ ἐν τῷ ποιοῡντι», Αριστοτ.).