ωμοφόριο
From LSJ
αὔριον ὔμμε πάσας ἐγὼ λουσῶ Συβαρίτιδος ἔνδοθι λίμνας → tomorrow I'll wash you one and all in Sybaris lake
το / ὠμοφόριον, ΝΜΑ, και ὠμόφορον ΜΑ ὠμοφόρος
εκκλ. ιερατικό άμφιο επισκόπου της Ορθόδοξης Εκκλησίας
μσν.-αρχ.
είδος γυναικείου καλύμματος για το κεφάλι και τους ώμους.