τελεσίδικος
From LSJ
Greek Monolingual
-η, -ο, Ν
(νομ.)
1. οριστικά δικασμένος, μη επιδεχόμενος τακτικό ένδικο μέσο, ανέκκλητος («τελεσίδικη απόφαση»)
2. το ουδ. ως ουσ. το τελεσίδικο(ν)
η τελεσιδικία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τελεσι- (βλ. λ. τέλος) + -δικος (< δίκη), πρβλ. φιλό-δικος].