Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόφαση

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

η (AM ἀπόφασις) αποφαίνω
1. οριστική γνώμη, τελική κρίση
2. δικαστική απόφαση, ετυμηγορία
νεοελλ.
1. διαταγή, διάταξη
2. φρ. «το πήρε απόφαση» — πείστηκε οριστικά
αρχ.-μσν.
απάντηση, απόκριση
αρχ.
κατάλογος, απογραφή.