Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόφαση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (AM ἀπόφασις) αποφαίνω
1. οριστική γνώμη, τελική κρίση
2. δικαστική απόφαση, ετυμηγορία
νεοελλ.
1. διαταγή, διάταξη
2. φρ. «το πήρε απόφαση» — πείστηκε οριστικά
αρχ.-μσν.
απάντηση, απόκριση
αρχ.
κατάλογος, απογραφή.