νυμφιάω
From LSJ
ἐὰν ᾖ τῳ θανάτου τετιμημένον → if sentence of death has been passed upon one
English (LSJ)
A to be in a frenzy, a disease of mares, Arist.HA604b10.
Greek (Liddell-Scott)
νυμφιάω: (Νύμφη) μαίνομαι, παραφρονῶ, Λατ. lymphari, ὡσαύτως ἐπὶ θηλείας ἵππου, «φοράδος», Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 24, 4.
Russian (Dvoretsky)
νυμφιάω: (о лошадях) беситься: τὸ νυμφιᾶν Arst. конское бешенство.