κηπομανία

Revision as of 13:30, 23 August 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")

Greek Monolingual

η
η ιδιότητα του κηπομανούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῆπος + -μανία (< μανία < μαίνομαι «είμαι τρελός, μανιασμένος»), πρβλ. αρχο-μανία, κλεπτο-μανία.