Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μανία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μᾰνία Medium diacritics: μανία Low diacritics: μανία Capitals: ΜΑΝΙΑ
Transliteration A: manía Transliteration B: mania Transliteration C: mania Beta Code: mani/a

English (LSJ)

(A), Ion. -ιη, ἡ, (μαίνομαι)

   A madness, Hdt.6.112, Hp.Aph. 7.5, S.Ant.958 (lyr.), etc.; πολλὴν καταγνῶναι μ. τινῶν Isoc.4.133; μέχρι μανίας ἡ σφοδρὰ ἡδονὴ κατέχουσα Pl.Phlb.45e; μανίη νοῦσος Hdt.6.75: freq. in pl., Lex Solonis ap.D.46.14, Thgn.1231, A.Pr. 879, 1057 (both anap.), etc.    II enthusiasm, inspired frenzy, μ. Διονύσου πάρα E.Ba.305; ἀπὸ Μουσῶν κατοκωχή τε καὶ μ. Pl.Phdr. 245a; θεία μ., opp. σωφροσύνη ἀνθρωπίνη, ib.256b, cf. Prt.323b, X. Mem.1.1.16; τῆς φιλοσόφου μ. τε καὶ βακχείας Pl.Smp.218b.    III passion, ἐρωτικὴ μ. Id.Phdr.265b; μανίην μανεὶς ἀρίστην Anacreont. 59.2: freq. in pl., Pi.O.9.39, N.11.48, E.HF835; ἐγγὺς μανιῶν ἐλαύνει Id.Heracl.904 (lyr.); μανίη τινός mad desire for... Hermesian.7.85.
μανία (B), ἡ,

   A = μανότης, An.Ox.2.393.

Greek (Liddell-Scott)

μᾰνία: Ἰων. -ίη, ἡ, (μαίνομαι) μανία, παραφροσύνη, Ἡρόδ. 6. 112, Ἱππ. Ἀφ. 1258, Τραγ. κτλ.· ἀντίθετ. τῷ σωφροσύνη, Ξεν. Ἀπομν. 1. 1, 16· ὡσαύτως μετ’ ἄλλου οὐσιαστικοῦ, μανίη νοῦσος Ἡρόδ. 6. 75· συχν. ἐν τῷ πληθ., Θέογν. 1231, Αἰσχύλ. Πρ. 879, 1057, Σοφ. Ἀντ. 960, κτλ., πρβλ. Elmsl. εἰς Εὐρ. Ἡρακλ. 904. ΙΙ. ἐνθουσιασμός, ἔμπνευσις, ἐμπεπνευσμένη μανία, Εὐρ. Βάκχ. 305· ἀπὸ Μουσῶν κατοκωχή τε καὶ μ. Πλάτ. Φαῖδρ. 245Α· θεία μ. αὐτόθι 256Β· τῆς φιλοσόφου μ. τε καὶ βακχείας ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 218Β· πρβλ. μάντις. ΙΙΙ. μανιῶδες πάθος, Τραγ.· ἀντίθετ. τῷ σωφροσύνη, Πλάτ. Πρωτ. 323Β· ἐρωτικὴ μ. ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 265Β· - συχνὸν ἐν τῷ πληθ., Θέογν. 1231, Πινδ. Ο. 9. 59, Ν. 11. ἐν τέλ., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 835· μανίαι τινός, ἐμμανεῖς ἐπιθυμίαι διά τι..., Ἑρμησιάν. 5. 85.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
folie, démence.
Étymologie: μαίνομαι.

English (Slater)

μᾰνία
   1 frenzy pl. bouts of frenzy καὶ τὸ καυχᾶσθαι παρὰ καιρὸν μανίαισιν ὑποκρέκει (O. 9.39) ἀπροσίκτων δ' ἐρώτων ὀξύτεραι μανίαι (N. 11.48) ἐν δὲ Ναίδων ἐρίγδουποι στοναχαὶ μανίαι τ' ἀλαλαί τ ὀρίνεται in the Dionysiac rites Δ. 2. 13.

English (Strong)

from μαίνομαι; craziness: (+ make) X mad.

English (Thayer)

μανίας, ἡ (μαίνομαι), madness, frenzy: Theognis, Herodotus down.)

Greek Monolingual

(I)
η (AM μανία, Α ιων. τ. μανίη)
1. οξεία διατάραξη τών φρενών, παραφροσύνη, φρενοβλάβεια, τρέλα
2. έξαλλη πνευματική ή ψυχική κατάσταση, παραφορά (α. «τον έπιασε μανία και τά έκανε όλα άνω κάτω» β. «τὰ πολλά σε γράμματα εἰς μανίαν περιτρέπει», ΚΔ)
3. η διακατοχή ενός ανθρώπου από πνευματική δύναμη (πνευματικός ενθουσιασμός, έμπνευση (α. «ὅς δ' ἂν ἄνευ μανίας Μουσῶν ἐπὶ ποιητικὰς θύρας ἀφίκηται», Πλάτ.
β. «κεκοινωνήκατε τῆς φιλοσόφου μανίας τε καὶ βακχείας», Πλάτ.
γ. «ποιητική μανία»)
4. έμμονη επιθυμία για κάτι (α. «τον έπιασε μανία να τή δει» β. «μανίη κατέδησε Θεανοῡς Πυθαγόρην», Ερμησιάν.)
νεοελλ.
1. ιδεοληψία που αφορά ορισμένες ψυχικές διαταραχές η οποία δεν αποκλείει την κατά τα άλλα ισορροπία και νηφαλιότητα (α. «μανία καταδιώξεως» β. «μανία ερωτισμού»)
2. παράφορη αγάπη ή έξη, ακατάσχετη ορμή, πολύ μεγάλη αγάπη, ζωηρός πόθος, πάθος για κάτι («έχει μανία με τη μουσική)
3. ιατρ. κρίση υπερδιέγερσης τών ψυχικών λειτουργιών, που χαρακτηρίζεται από έξαρση της ψυχικής διάθεσης, με παιγνιώδη τάση, με ασύντακτη επιτάχυνση τών ιδεών και με αποχαλίνωση τών ενστίκτων
νεοελλ.-μσν.
μεγάλη όργή, σφοδρό μίσος, επίμονη ή παράφορη εχθρότητα ή κακία (α. «έχει τόσο μεγάλη μανία με τον αδερφό του ὥστε έχει να του μιλήσει δύο χρόνια» β. «τὴν μανίαν τῶν δυσεβῶν διήλεγξε», Μηναί.)
μσν.
1. αγριότητα
2. φρ. «μεγάλος τῆς μανίας» πιθ. μεγαλομανής, φαντασμένος
αρχ.
1. ως επίθ. μανιακός («μανίη νοῡσος», Ηρόδ.)
2. ως κύρ. όν. Μανία
η σύζυγος του βασιλιά της Δαρδανίας Ζήγιος, μετά τον θάνατο του οποίου ανέλαβε την εξουσία της Αιολίδας, με έγκριση του Φαρναβάζου
3. (ως κύρ. όν. στον πληθ.) Μανίαι
α) άλλη ονομασία τών Ευμενίδων
β) τοποθεσία στην οδό Μεγαλοπόλεως-Μεσσηνίας, όπου είχε ιδρυθεί ναός τών Μανιών (Ευμενίδων), επειδή εκεί είχε καταληφθεί από μανία ο Ορέστης για τον φόνο της μητέρας του και είχε θεραπευθεί κόβοντας ένα δάκτυλό του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μαν- του μαίνομαι.
(II)
μανία, ἡ (Α) μανός
η μανότης.

Greek Monotonic

μανία: Ιων. -ίη, ἡ (μαίνομαι),·
I. μανία, φρενίτιδα, σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.
II. ζήλος, ένθεη μανία, σε Ευρ., Πλάτ.
III. τρελό πάθος, οργή, στους Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

μᾰνία: ион. [[μανίη |μᾰνίη]] ἡ тж. pl.
1) сумасшествие, душевная болезнь, безумие Pind., Her., Trag. etc.;
2) исступление, вдохновение, восторженность (ἀπὸ Μουσῶν Plat.).

Middle Liddell

μανία, ἡ, μαίνομαι
I. madness, frenzy, Hdt., Trag., etc.
II. enthusiasm, inspired frenzy, Eur., Plat.
III. mad passion, fury, Trag.

Chinese

原文音譯:man⋯a 馬你阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:瘋狂
字義溯源:癲狂,發瘋,瘋狂;源自(μαίνομαι)=怒吼);而 (μαίνομαι)出自(μάχομαι)X*=渴望)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 瘋狂(1) 徒26:24