αἰνιγματοποιός
From LSJ
Γυνὴ τὸ σύνολόν ἐστι δαπανηρὸν φύσει → Natura fecit sumptuosas feminas → Es ist die Frau durchaus kostspielig von Natur
English (LSJ)
όν, propounding riddles, Eust.1074.60.
Greek (Liddell-Scott)
αἰνιγματοποιός: -όν, ὁ ποιῶν ἢ προτείνων αἰνίγματα, Εὐστ. 1074. 60.
Spanish (DGE)
-όν que propone adivinanzas Eust.1074.60.