Θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν → Homo natus id, quod instat, ut videas, age → Als sterblich Wesen mühe dich zu seh'n, was folgt
μυάκανθα και μυακάνθη, ἡ (Μ)
ο μυάκανθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του μυάκανθος, με αλλαγή γένους].
ἡ, = ὁ μυάκανθος, Sp.