Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Κῳακός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: Κῳᾰκός Medium diacritics: Κῳακός Low diacritics: Κωακός Capitals: ΚΩΑΚΟΣ
Transliteration A: Kōiakós Transliteration B: Kōakos Transliteration C: Koakos Beta Code: *kw|ako/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of Cos: Κῳακαὶ προγνώσιες or αἱ Κῳακαί, title of work by Hippocrates of Cos.

Greek Monolingual

Κῳακός, -ή, -όν (Α) Κως
1. αυτός που κατάγεται από τη νήσο Κω
2. φρ. «Κῳακαὶ προγνώσεις» ή «αἱ Κῳακαί» — τίτλος έργου του Ιπποκράτους.