Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγρυπνος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄγρυπνος, -ον)
1. αυτός που δεν κοιμήθηκε ή δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, ο άυπνος
2. αυτός που έχει πάντα τεταμένη την προσοχή του, προσεκτικός, έτοιμος
αρχ.
1. αυτός που εμποδίζει κάποιον να κοιμηθεί, που κρατάει κάποιον άυπνο
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄγρυπνον
η αγρυπνία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + ὕπνος. Η λέξη με αρχική σημασια «αυτός που μένει τη νύχτα στους αγρούς, που ξαγρυπνά».
ΠΑΡ. ἀγρυπνία, ἀγρυπνῶ
αρχ.
ἀγρυπνώδης
νεοελλ.
αγρυπνικός].